Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Κυριακή της Ορθοδοξίας ! «Ποιός εἶ­ναι ὁ μεγαλύτερος κίνδυ­νος; Τό είπα και ἄλ­λοτε, και παρεξηγήθηκα καὶ μὲ κάλεσε ἡ Ιερά Σύν­οδος σὲ ἀ­πολο­γία. Λοιπόν· ὁ μεγαλύ­τερος κίν­δυ­νος γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ίδιοι, οι Ορθόδοξοι !»


AIRESEIS1

 


Αιρέσεις καί Sectes στήν Ελλάδα...

 


(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Σήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ πρώτη Κυρι­ακὴ τῶν Νηστειῶν ἢ Κυρια­κὴ τῆς Ὀρθοδοξίας. Σήμερα ὅλοι ἐσεῖς ἑ­ορτάζετε.

Μὰ ἐ­γώ, ἂν καὶ κατὰ τὸ ἄπειρο ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἶ­μαι Ορθόδοξος ὅπως κι᾽ ἐσεῖς, ἐν τούτοις δὲν συμμετέχω στὴν ἑορτή. Σεῖς ἑ­ορτάζετε, ἐγὼ πενθῶ. Τώρα γιατί πενθῶ, αὐ­τό, ἐ­ὰν μὲ παρα­κολουθήσετε, θὰ τὸ καταλάβετε…

Ἐπιτρέψτε μου όμως νὰ σᾶς ῥωτήσω· Τί εἶ­νε ἐκεῖνο ποὺ ἀγαπᾶτε; ε
ἶνε πρᾶγμα, ἀν­τικείμενο; εἶνε πρόσωπο; εἶνε ἰδέα; Ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε ν᾽ ἀ­γαπᾷ· ἀφαιρέστε του τὴν ἀ­γάπη, δὲν μπορεῖ νὰ ζήσῃ. Κάτι θ᾽ ἀγαπᾷ. Ἀλ­λὰ τί; Δὲν εἶμαι καρδι­ογνώστης νὰ ξέρω. Σεῖς καὶ ὁ Θεὸς τὸ γνωρίζετε.
Δὲν πιστεύω μεταξύ σας νὰ ὑπάρχῃ κανεὶς Ἰούδας, ποὺ ἀγαπᾷ τὰ χρήματα καὶ τρέμει μὴ τυχὸν χάσῃ αὐτὰ ποὺ ἔχει στὰ Ταμιευτήρια. Μήπως αὐτὸ ποὺ ἀγαπᾷ δὲν εἶνε τὸ χρῆ­­μα ἀλλὰ κάτι ἄλλο ποὺ ἔχει ζωή;

Θυ­μᾶ­μαι σὲ μιὰ περιοχὴ στὰ ψη­λὰ βουνὰ ποὺ ἔκανα ἱερο­κήρυκας, εἶδα κάποτε ἕνα χωριάτη κι᾽ ἔ­κλαι­­γε.

 –Τί κλαῖς; του λέω, πέθανε ἡ γυναίκα σου, τὸ παιδί σου;

Μὴ γελάσετε, στο τι μού είπε!

-–Νά, λέει, εἶνε ἄρ­­ρω­στη ἡ ἀγελάδα μου.

Εἶχε συνδεθῆ ὁ φτω­­χὸς μὲ τὸ ζῷο του. Εἶνε ἄλλοι, ποὺ ἀγαποῦν τὸ πράσινο, τὰ δάση, τὰ δέν­τρα. Δὲν μπο­ρῶ νὰ τοὺς κατηγορήσω. Τὶς μέρες αὐτὲς φωνά­ζουν ὅλοι· Ὅποιος τολμήσῃ νὰ βάλῃ χέρι στὸ δάσος τῆς Καισαριανῆς, νὰ τὸ σκεφτῇ πολύ· θὰ κατεβοῦμε ὅλοι κάτω…

 Στὴν Ἔδεσσα ἔ­κλει­σαν μιὰ βδομάδα τὰ καταστήματα νὰ μὴν καταστραφοῦν οἱ καταρράκτες… Καὶ ἂν αὐτὸ ποὺ ἀγαπᾷ κάποιος δὲν εἶνε οὔτε ζῷο οὔτε δέντρο οὔτε ῥεῦμα ποταμοῦ, ἀλλὰ εἶνε πρόσωπο, ἐὰν ὁ ἄντρας ἀγαπᾷ τὴ γυναῖ­­κα του μὲ μιὰ ἀ­γάπη τρυφερὴ καὶ αἰώνια, τότε τρέμει νὰ μὴν τὴ χά­σῃ· καὶ ἂν ἡ γυ­ναίκα ἀγαπᾷ ἐξ ἴσου τὸν ἄντρα της, τρέμει νὰ μὴν τὸν χά­σῃ.

Προχθὲς δὲν ἔγραφαν οἱ ἐ­φημερίδες, ὅτι κάπου στὴν Ἤ­πειρο ἕνα ἀν­τρόγυνο ζοῦσαν 40 – 50 χρόνια ἀγαπημένοι, καὶ τὸ πρωὶ πέθανε ὁ ἄν­τρας, τὸ βράδυ πέθα­νε ἡ γυναίκα; Ὑπάρχουν σπάνια παραδείγματα τέτοιας ἀγάπης. Τί ἀ­γα­πᾶτε; ἐξακολουθῶ νὰ ῥωτῶ. Καὶ ἂν πέρα ἀπὸ τὴ μάνα καὶ τὸν πα­τέρα καὶ ἀπ᾽ ὅλα ἀ­γα­πᾶτε τὴν πατρίδα, τότε τρέμετε μὴν κινδυ­νεύ­σῃ ἡ πατρίδα· συγ­κινεῖσθε ἂν μάθετε ὅτι κάτι συμβαίνει στὴν Κύπρο.
Γιατὶ τ᾽ ἀνέφερα ὅλα αὐτά; Τὰ εἶπα ὡς παραδείγματα, γιὰ νὰ σᾶς ὁδηγή­σω κάπου ἀλ­λοῦ, νὰ σᾶς ἀπευθύνω ἕνα ἐρώτημα σπουδαι­­ότερο ἀπ᾽ ὅ­λα αὐτά.

Ποιό ἐ­ρώτημα; Εἶστε Ορθόδοξοι; εἶστε βαπτισμένοι «εἰς τὸ ὄ­νομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Αγίου Πνεύματος»; βγήκατε μέσα ἀπὸ τὸν Ἰ­ορδάνη, ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα;
Ἐδώ επιτρέ­ψτε μου ν᾽ ἀμφιβάλλω. Σᾶς ἐρωτῶ· Ἀγα­πᾶτε τὴν Ὀρθοδοξία; Ἐ­ὰν ἀγαπᾶτε τὴν Ὀρ­θο­­δοξία, τό­τε πρέπει νὰ αἰ­σθανθῆτε μία ἀγωνία γι᾽ αὐ­τὴν μεγαλύτερη ἀπὸ ὅλα τ᾽ ἄλλα ζητήματα. Ἔχετε ἀγωνία γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία; Δὲν ἀξίζει αὐτὴ περισσότε­ρο ἀπὸ τοὺς θησαυροὺς τοῦ κόσμου; Δὲν εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία ὁ πολύτιμος μαργαρίτης, ποὺ κάποιος τὰ πούλησε ὅλα γιὰ νὰ τὸν ἀ­γοράσῃ; Δὲν εἶνε ἡ Ὀρ­θοδοξία τὸ δεντρὶ ὄ­χι τῆς Καισαριανῆς, δεν­τρὶ ποὺ τὸ φύτευσε ὁ Θεὸς ἐδῶ στὴ γῆ καὶ κάτω ἀπ᾽ αὐτὸ βρῆκαν ἀ­νάπαυσι γενεὲς γενε­­ῶν καὶ στὰ κλαδιά του κελαηδοῦσαν τὰ γλυκύτερα ἀηδόνια; Γιατί πο­­νᾷς ἕνα δεντρὶ ποὺ τὸ ξερριζώνουν, καὶ δὲν πονᾷς ὅταν βλέ­πῃς τσεκούρια νὰ ὑψώνων­ται νὰ καταστρέψουν τὸ δεντρὶ τοῦ Χριστοῦ;

Φωνάζεις γιὰ τὸν καταρρά­κτη. Πολὺ κα­λά· ἀλλὰ δὲν εἶνε ἡ Ὀρ­θοδοξία μας ὁ ποταμὸς τοῦ ὁ­ποίου «τὰ ὁρ­­μήματα εὐφραίνουσι τὴν πόλιν τοῦ Θεοῦ» (Ψαλμ. 45,5); Δὲν εἶνε ἡ Ἐκ­κλησία μας μάνα, ὅπως ἔλεγε ὁ Κρυστάλλης· Ὦ Ἐκκλησία μας, Ὀρ­θοδοξία, «γλυκειὰ μάνα, πόσες γλυκὲς χρυ­σὲς ἐλπίδες… χύνεις βαθειὰ στὴν ψυχή μας!» («Ὁ Καλόγερος τῆς Κλεισούρας»). Δὲν λέει ὁ ψαλμῳδὸς «Μήτηρ Σιών, ἐρεῖ ἄνθρωπος»; (Ψαλμ. 86,5). Εἶνε σωστὰ αὐ­τά, ἢ τὰ λέμε ἔτσι σὰν σχήματα λόγου;

Ἐὰν λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία μας εἶνε καὶ δέν­τρο καὶ ποταμὸς καὶ θησαυρὸς καὶ μητέρα καὶ τροφὸς καὶ ὅ,τι ἄλλο πολύτιμο, πάνω κι ἀ­πὸ τὸ ἔθνος κι ἀπὸ κάθε ἄλλη ἀξία, τότε πρέπει νὰ νιώθουμε γι᾽ αὐτὴν μέσα μας ἕνα συγ­κλονισμό, ἕνα ῥῖγος, ὅταν ἀκοῦμε ὅτι στὰ χρόνια αὐτὰ τῆς ἀποστασίας
ἡ Ὀρθοδοξία ἀπειλεῖται καὶ ὑπάρχῃ φόβος, ἐνῷ γεννηθήκαμε ὀρθόδοξοι, νὰ μὴν πεθάνουμε ὀρθόδοξοι. Τὸ φο­βᾶ­μαι αὐτό!
Γιὰ τὸ ὅτι κινδυνεύει ἡ Ὀρθοδοξία θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε σήμερα, τὴν ἅ­για αὐτὴ ἡμέρα, νὰ σᾶς παρουσιάσω σύντομα τὸν κίνδυνο ποὺ διατρέχει.

* * *

Κινδυνεύει ἡ Ὀρθοδοξία μας πρῶτα ἀπὸ όλα από τοὺς ἑ­τε­ροδόξους, τὶς αἱρέσεις. Πόσες εἶνε οἱ αἱρέσεις ποὺ δροῦν μέσα στὸ ἔθνος μας; Αὐ­τοὶ ποὺ παρακολουθοῦν τὰ ζητήματα λένε, ὅ­τι φτάσαμε τὶς 30 . Ὅλες οἱ αἱρέσεις τὸ Εὐαγγέλιο ἔχουν. Ἔλεγε ὁ γέροντάς μου, ὁ Ἱ­ερόθεος Ἀκαρνανίας, τί εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία; Τροφὴ εἶνε. Ἡ ἁγία Γραφὴ εἶνε σὰν τὸ κρέας· ἀλλ᾽ ἅ­μα πάρῃς τὸ κρέας καὶ τὸ ζυμώ­σῃς μὲ στρυχνίνη, τελείωσε ἡ ὑπόθεσι· δὲν εἶνε πλέον κρέας, εἶνε φαρμάκι.Ἔτσι κάνουν οἱ αἱρετικοί.

Είναι σαν να παίρνουν τὸ γάλα καὶ τὸ νοθεύουν, ῥίχνουν μέσα παράθειο. Τὸ σκυλὶ βλέπει τὸ κρέας καὶ ἀντὶ κρέας τρώει φόλα. Καὶ αὐ­τοὶ δὲν προσφέρουν τροφὴ πνευμα­τική, ἀλλὰ νοθευμένη, ἐπικίνδυνη, θανατηφόρα γιὰ τὴν πνευματική μας ζωή.
Ἀπὸ τὶς πιὸ ἐπικίνδυνες αἱρέσεις εἶνε οἱ Χιλιαστές, ποὺ τόλμησαν τὸ καλοκαίρι 1964 νὰ συγκαλέσουν μέσα στὴν Ἀθήνα διεθνὲς συνέ­δριο. Τὰ ὀρ­θόδοξα σωματεῖα ἀγωνίστηκαν καὶ μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν τότε ἀρχιεπίσκοπο τὸ συνέ­δριο ματαιώθηκε παρὰ τὴν πίεσι ποὺ ἀ­σκοῦ­σαν πρεσβευταὶ ὡρισμένων μεγάλων δυ­­νάμεων.

Τί τὸ ὄφελος ὅμως; αὐτοὶ πολλαπλασιάζονται  σὰν τοὺς κοριούς. Δὲν ὑπάρχει «ἐντομο­κτόνο»; Ἔχει δυνατὰ «ἐντομοκτόνα» ἡ Ἐκ­κλησία μας, ἀλλ᾽ αὐτὴ τὴν ὥρα ἀδρανεῖ. Πότε παρουσιάστηκε αὐτὴ ἡ αἵρεσι; Τὸ 1918-᾽19, λίγο πρὸ τῆς Μικρασιατικῆς καταστρο­φῆς. Τότε ἦ­ταν 5, σήμερα ἔγιναν πολλοί, σὲ μερικὰ χωριὰ εἶνε περισσότεροι ἀπὸ τοὺς Ορ­θοδόξους. Και υπάρχει φόβος σὲ ἐκλογὲς νὰ βγῇ και  Χιλιαστὴς πρόεδρος…

Κινδυνεύει ἡ Ὀρθοδοξία μας καὶ ἀπὸ τοὺς παπικούς, ἰδιαιτέρως ἀπὸ τοὺς Οὐνῖτες, περὶ τῶν ὁποίων κι᾽ ἐμεῖς μιλήσαμε. Εἶνε ἡ μεγαλύ­τερη θρησκευτικὴ ἀπάτη. Κάνουν θραῦσι ὄχι τόσο ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα ὅσο σὲ ἄλλες ὀρθόδοξες ἐκκλησίες τῆς Ἀνατο­λῆς καὶ στὸ Πατρι­αρχεῖο Ἰεροσολύμων, τὸ ὁποῖο εἶχε ἄλ­λοτε χιλιάδες Ἕλληνες. Τώρα δὲν ἔχει. Ἡ δύνα­μις τοῦ Πα­τριαρχείου εἶνε οἱ ἀραβόφωνοι· μιλᾶνε ἀράβικα ἀλλὰ εἶνε ὀρθόδοξοι. Ἦταν πρῶτα ὀγδόντα χιλιάδες ὀρθόδοξοι ἀ­ραβόφωνοι. Τώρα μειώθηκαν πολύ.

Ἔπεσε χρῆ­μα ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ πάπα. Ἀγωνίστηκαν ὅσο μποροῦσαν οἱ καλόγεροι τοῦ Παναγίου Τάφου· εἶνε ἥρωες αὐτοί, ἀγωνίστηκαν καὶ μὲ τὰ ῥαβδιά. Ἀλλὰ πέφτει χρῆμα. Ἀπὸ τὶς 80 χιλιάδες, ποὺ ἦταν, πῆραν 60 χιλιάδες οὐνῖτες καὶ μένουν εἴκοσι. Ὑπάρχει φό­βος.
Ἀβγατίζουν λοιπὸν οἱ αἱρετικοί.

Ἡ Ὀρ­θοδοξία κινδυνεύει ἀκόμη ἀπὸ ποιούς ἄλλους; Ἀπὸ τοὺς Μασόνους, οἱ ὁποῖοι καὶ αὐτοὶ ἤθελαν νὰ κάνουν διεθνὲς συνέδριο στὴν Ἀθήνα. Κατάλαβες; ἡ Ἑλ­λάδα ἔγινε ἀμπέλι ξέ­φρα­γο καὶ μαζεύον­ται ἐδῶ ὅλες οἱ αἱρέσεις.

Παλαιότερα οἱ ξενοδόχοι τῶν Ἀθηνῶν εἶχαν κάποιο φιλότιμο καὶ δὲν ἐμόλυναν τὰ ξενοδο­χεῖα τους οὔτε μὲ πόρνες οὔτε μὲ παλλακίδες οὔτε μὲ διαζευγμένους. Τώρα δέχτηκαν καὶ ἐνοικίασαν μὲ ἁδρὰ ἀμοιβὴ ὅλα τὰ κρεβά­τια ξενοδοχείου, γιὰ νὰ φιλοξενήσῃ τοὺς μασό­νους. Ὁ μαμωνᾶς δὲν ἔχει Θεό· καὶ τὸν δι­άβολο ἀκόμα φιλοξενεῖ νὰ κάνῃ διεθνὲς συνέδριο. Δὲν μπόρεσαν νὰ τὸ κάνουν, μᾶλ­λον δὲν τὸ ἔκαναν. Μὰ τί περιμένεις; 

Ὅταν χτυπήθηκε ὁ μασονισμός, βγῆκε στὸ μπαλκόνι δι­κηγόρος καὶ ἔγινε ὑπερασπιστής των λέγον­τας· Αὐτοὶ οἱ παπᾶδες, οἱ φανατικοί, οἱ ἠλίθιοι… Ἔτσι μᾶς περνᾶνε σήμερα, ὅ­τι τάχατες ἐμεῖς δὲν διαβάσαμε καὶ διάβασαν αὐτοί. Παραπάνω ἀπὸ δαύτους μελετήσαμε – καυχώμεθα ἐν Κυρίῳ! Ναί. Βγῆκε λοιπὸν στὸ μπαλκό­νι νὰ ὑπερασπιστῇ τὴ μασονία – ποιός;

Ένας Ἀρεοπαγίτης !!! 

Καὶ γεννᾶται τὸ ἐ­ρώτημα· συμβιβάζεται μὲ τὴν ἰ­δι­ότητα τοῦ Ἕλ­ληνος δικαστοῦ ἡ ἰδιότητα τοῦ μασόνου; Ὕστερα λοιπὸν πῶς νὰ μὴν αὐξηθοῦν αὐτοί;

Πέρασα κάποτε ἀπὸ ἕνα χωράφι καὶ εἶδα ἕ­να χωρικὸ ποὺ ἔκλαιγε.

–Τί συμβαίνει, του λέω ;

–Πᾶνε οἱ κόποι μου, μού λέει. Τὸ καλλιέργησα, τό ᾽σκαψα, μὰ πῆγαν ἀ­ρου­ραῖοι κι᾽ ἔφαγαν ὅλες τὶς ῥίζες. Ἔτσι λοιπὸν κι αὐτοὶ σὰν τοὺς ἀρουραίους μπῆκαν στὸν ἀγρὸ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ῥοκανίζουν τὶς ῥίζες.
Καὶ μόνο αὐτοί;

Νά καὶ τὰ μέντιουμ. Βγάζουν καὶ περι­οδικό. Ἄλλοι πάλι αὐτοί. Θέλω νὰ καταγγείλω τὸν κίνδυνο, νὰ μι­λήσω γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία. Ξέρετε πῶς μοιάζει ὁ κίνδυνος; Σὰν νὰ σᾶς πῶ, ὅτι γύρω ἀπὸ τὸ σπίτι σας ἔπεσε χολέρα. Τί θὰ νιώσετε; Στὰ μέντιουμ πηγαίνουν – ποιοί; Ὄχι μόνο φτωχαδάκια, ἀμόρφωτοι; Όχι !

Πᾶνε καὶ καθηγητά­δες, καὶ στρατηγοί, καὶ ναύαρχοι, νὰ μάθουν τὸ μέλλον τους. Δὲν θέλω νὰ ταράξω τὴ γαλήνη τῶν τάφων, ἀλλιῶς θὰ σᾶς ἔκανα μιὰ φοβερὴ ἀποκάλυψι. Κάποιο πρόσωπο μὲ ὑψηλὴ θέσι, πήγαι­νε στὸ ἐξωτερικὸ καὶ ἐπισκεπτόταν μέν­τι­ουμ. Ἡ Ἐκκλησία ὅσον ἀφορᾷ τὰ δό­γματα ἔ­χει αὐστηρότητα. Πέθανε αἱρετικὸς καὶ τὸν ἀ­φώ­ρισε μετὰ ἑκατὸ καὶ διακόσα χρόνια. Ἐνῷ δὲν καταδίκασε ποτέ ἁμαρτωλὸ νεκρό, αἱρετικοὺς ὅμως τοὺς ἀφώρισε μετὰ ἑκατὸ χρόνια, ὅταν εἶδε μέσα στὰ συγγράμματά τους ὅτι πα­ραπαίουν.

Σᾶς παρουσίασα, ἀδελφοί μου, ὡρισμένα πλοκάμια ποὺ ζώνουν τὸ λαὸ τῆς πατρίδος μας. Δὲν κινδυνεύει ὅμως ἡ Ὀρθοδοξία μας μόνο ἀπὸ τὶς αἱρέσεις· κινδυνεύει –καὶ δὲν τὸ ἔχουμε προσέξει – κι ἀπὸ τὸ Ἰσλάμ.

Ἦταν ψόφιο τὸ Ἰσλὰμ μέχρι πρό τινος. 

Μέσ᾽ στὰ πολλὰ ἐγκλήματα, ποὺ διέπραξε ὁ μεγάλος δήμι­ος τῆς Μικρᾶς Ἀσίας –ἀποφεύγω νὰ πῶ τ᾽ ὄ­νο­μά του–, ἔκανε κι᾽ ἕνα καλό, ὅταν μέσα στὴ βουλὴ τῆς Ἀγκύρας πέταξε τὸ Κοράνιο ( στα κεφάλια των βουλευτών του ) ὡς ἕ­να συν­ονθύλευμα ψευδῶν.

Μετὰ ὅμως, στὴν Αἴγυπτο, θέλησε ν᾽ ἀ­ναστήσῃ τὴ θρησκεία τοῦ Μωάμεθ ὁ Νασέρ –θηρίο μεγάλο «ἀ­­να­βαῖ­­νον ἐκ τῆς ἀβύσσου» μὲ σύνθημα· «Κανένας Χριστι­ανὸς στὴν Ἀ­φρική !» καὶ πετώντας στὴ θάλασσα τοὺς Χριστι­ανοὺς Ἕλ­ληνες, ποὺ ἦταν ἐκεῖ ἀπὸ εποχής Μεγάλου Ἀλεξάνδρου.
Εἴχαμε πρόσφυγες ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀ­σία, μετὰ ἔχουμε κι ἀπὸ τὴν Αἴ­γυπτο. Γιατί; Εἶνε Χριστιανοὶ ὀρθόδοξοι καὶ ἔχουν τὸ νέο αὐτὸ μαρτύριο. Ἄχ, καημέ­νη πα­τρίδα! Ἀπὸ τὸν ἀ­εί­μνηστο Καποδίστρια μέχρι σήμερα κανένας δὲν πῆρε τὸ Εὐαγγέλιο καὶ νὰ πῇ· Αὐτὸ εἶνε ἡ σωτηρία τῆς Ἑλλάδος. Καὶ παίρνει ὁ Νασὲρ τὸ Κοράνιο καὶ φτειά­χνει ἐργοστάσιο ποὺ κατασκευάζει ἑ­κατομμύρια δίσκους μὲ ᾄσματα τοῦ Κορανίου καὶ κηρύγματα τοῦ Ἰσλάμ· καὶ κάνει ῥαδιοφωνικὸ σταθμὸ καὶ θεολογικὴ σχολή· καὶ μετὰ ἀπὸ μερικὰ χρονάκια νάτους στὴν Ἑλλάδα νὰ μᾶς μιλήσουν γιὰ τὸ Κοράνιο· σὲ μιὰ Ἑλλάδα, ποὺ κάποτε ἦταν ἱερα­ποστολικὸ ἔθνος, βάπτισε ῾Ρώσους, Βουλγάρους, Σέρβους.

Κινδυνεύει λοιπόν ἡ Ὀρθοδοξία –κάνω ἀνακεφαλαίωση– ἀπὸ Χιλιαστές, Φράγ­­κους, Οὐνῖτες, Πνευματιστές, Μασό­νους, Ισλαμιστάς. Κινδυνεύει καὶ ἀπὸ τὰ «νηπιαγωγεῖα» τῆς μασονίας ὅπως εἶνε οἱ Ρόταρυ. Κινδυνεύει καὶ ἀπὸ Προτεστάν­τες, ἀπ᾽ ὅλα αὐτὰ τὰ εἴδη τῶν αἱ­ρέ­σεων. Γι᾽ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνω· γεννηθήκα­με Ορθόδοξοι, ἀλλὰ ἀμφιβάλλω ἂν θὰ πεθάνουμε ὀρθόδοξοι.

Δὲν σᾶς εἶπα ὅμως τίποτα μέχρι τώρα. Ποιός εἶ­νε ὁ μεγαλύτερος κίνδυ­νος; Τό ᾽πα ἄλ­λοτε, παρεξηγήθηκα καὶ μὲ κάλεσε ἡ Σύν­οδος σὲ ἀ­πολο­γία. Λοιπόν· ὁ μεγαλύ­τερος κίν­δυ­νος γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία εἴμαστε ἐμεῖς οἱ Ορθόδοξοι. Αὐτὸ τὸ ῥάσο εἶνε ὑ­­πεύθυνο. Ὅ­λοι εἴ­μα­στε ὑπεύθυνοι· καὶ οἱ κληρικοί, διᾶκοι καὶ πρεσβύτεροι, καὶ ὅλοι μας· διότι, ἀγαπητοί μου, στὰ χείλη ἔχουμε τὴν Ὀρθοδοξία, ἀλ­λὰ στὴν καρδιά τι έχουμε;

( Δυστυχώς ) δὲν ἔχουμε τὸ βίωμα ποὺ λένε τῆς Ὀρ­θοδοξίας.

Ἄλλα λέ­με καὶ ἄλλα κάνουμε. Καὶ ὅπως λέει ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος, οἱ Χριστιανοὶ διακρί­νον­ται ὄχι τόσο ἐκ τῶν λόγων ὅσο ἐκ τῶν ἔργων. Ποιά τὰ ἔργα μας;

Καταντήσαμε σὰν τὴν ἄκαρπη συκιὰ τῆς Μεγάλης Δευτέρας, ποὺ ὁ Χριστὸς ἔψαχνε νὰ βρῇ καρπό, δὲν βρῆκε, καὶ εἶπε· «Μηκέτι ἐκ σοῦ καρπὸς γένηται εἰς τὸν αἰῶνα. καὶ ἐ­ξηράνθη παραχρῆ­μα ἡ συκῆ» (Ματθ. 21,19). Ἐμεῖς εἴμαστε ἡ συκιά· τὸ δεντρὶ αὐτὸ εἶνε σήμερα ἄκαρπο, δὲν ἔχει καρ­ποὺς ἔργων ἀγαθῶν.

Πρὸ ἐτῶν ἔγινε συνέδριο τῶν ἱεροκηρύκων, παρέστησαν ἐπίσκοποι, ἱεροκήρυκες καὶ ἔλεγαν πολλά. Λέγω· Ἅγιοι πατέρες καὶ ἀδελφοί, ἡ Ὀρ­θοδοξία κινδυνεύει ἀπὸ εμᾶς. Ἡ Πόλις δὲν θά ᾽­πεφτε ἂν δὲν ὑπῆρχε ἡ Κερκόπορ­τα. Κ᾽ ἐμεῖς λοιπὸν στὶς ἐπάλξεις μας ἔχουμε κάποια κερκόπορτα.

Αὐτὴ τὴν ὥρα στὸ ἐξωτερικό, μὲ ὑποτροφίες Προτεσταν­τῶν καὶ Παπικῶν, ποὺ δὲν ἔπρεπε οὔτε καλημέρα νὰ τοὺς λέμε (βλ. Β΄ Ἰω. 10), σπουδάζουν θεολό­γοι μας. Ἀναστρέφονται μαζί τους, τρῶνε, πίνουν, κοιμοῦνται, προσεύχονται μαζί, κι ὅταν ὕστερα γυρίζουν ἔχουν φρόνημα ἀλλοιωμένο. Νά τὸ μεγάλο κακό. Οἱ μον­τέρνοι θεολόγοι, ἐνῷ ἐδῶ ῥέει τὸ νάμα τῆς Ὀρθοδοξίας, πᾶνε στὴ Δύσι, ὄχι σὲ βιβλιοθῆκες τοῦ Ἁγίου Ὄ­ρους ν᾽ ἀνοίξουν κώδικες καὶ βιβλία. Αὐτοὶ ( δυστυχώς) θὰ γίνουν αυριανοί  γενίτσαροι τῆς Ὀρ­θοδοξίας.

Κινδυνεύει ἡ Ὀρθοδοξία ἀπὸ ὅλο τὸν ἀντιχριστιανικὸ βίο ποὺ ζοῦ­με. Σ᾽ ἐμᾶς ἁρμόζει ὁ ἔλεγχος τοῦ Θεοῦ διὰ τοῦ Ἠσαΐου ποὺ λέει· «Δι᾽ ὑ­μᾶς (=ἐξ αἰτίας σας) διαπαντὸς τὸ ὄνομά μου βλασφημεῖται ἐν τοῖς ἔ­θνεσι» (Ἠσ. 52,5).

Κάποτε στὰ Γρεβενὰ ἕνας κυνηγὸς χτύπησε ἕ­ναν ἀετὸ καὶ τὸ ὑπερή­φανο πουλὶ πληγωμένο ἔπεσε μὲ ματωμένη τὴν φτερούγα· τὸ εἶδα καὶ τὸ λυπήθηκα. Γιὰ ἀετὸ μεγάλο μιλάει καὶ ἡ Ἀποκάλυψις (βλ. Ἀποκ. 12,14). Ἀετὸς εἶνε καὶ ἡ Ὀρθοδοξία μας. Δὲν πετάει ἡ Ὀρ­θο­δοξία μὲ μιὰ φτερούγα. Ἡ μία φτε­ρούγα εἶ­νε τὰ ὀρθόδοξα δόγματα, ἡ ἄλλη εἶνε τὰ ὀρ­θό­δοξα ἔργα, ἡ ὀρθοπραξία. Ὀρθοδοξία – ὀρθοπραξία· ἂν ὑπάρχουν καὶ τὰ δυό, μὴ φοβᾶστε.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ πρέπει νὰ ὁμολογήσουμε, ὅτι δὲν μᾶς ἔβλαψαν τόσο οἱ ἀπ᾽ ἔξω, χιλι­ασταί, μασόνοι κ.λπ., ὅσο μᾶς ἔβλαψε π.χ. πρὸ ἐτῶν μία ἀποτυχημένη ἀρχιεπισκοπικὴ ἐκλογή, ἐξ αἰτίας τῆς ὁποίας γίναμε τότε θέατρο καὶ ὄνειδος στὴν οἰκουμένη. Ἂς μοῦ ἐ­πι­τραπῇ νὰ πῶ, ὅτι οἱ ἐπὶ ἔ­τη τώρα ἐκλογὲς ἀ­πὸ τοὺς ἀρχιερεῖς ἐχρεωκόπησαν.

Γι᾽ αὐτὸ –ἂν θέλουμε νὰ δοῦ­με καλὲς ἡμέρες– ἡ ἐκλογὴ Επισκόπων, ἱερέων, διακόνων, ἐπιτρό­­πων πρέ­πει νὰ φύγῃ ἀπὸ τὰ χέρια τῶν ἀρχιερέων· ἂς ἐκλέγῃ ἀποστο­λικῶς τὸ σῶμα, καὶ τοὺς ἐκλεγομένους «ψήφῳ κλήρου καὶ λαοῦ» νὰ χειροτονοῦν οἱ ἀρχιερεῖς.

* * *

Τί πρέπει λοιπόν, ἀδελφοί μου, νὰ κάνουμε; Τὸ 1912 οἱ Τοῦρκοι ἦταν ἕτοιμοι νὰ βγοῦν ἀ­πὸ τὰ Δαρδανέλλια νὰ μᾶς πάρουν τὰ νησιά. Ἐμεῖς, τὰ παιδιὰ καὶ ὅλοι, νιώθαμε φόβο. Ἡ πατρίδα μας εἶχε ἕνα μόνο καράβι ἀ­ξιόμαχο, τὸν «Ἀβέρωφ». Ἀλλὰ μέσα σ᾽ αὐ­τὸ ἦ­ταν ψυχὴ μεγάλη, ὁ Κουν­του­ριώτης· πίστευε ἀληθινὰ στὸ Θεὸ καὶ κρατοῦσε τὸν Τίμιο Σταυ­ρό ( ψηλά στα κατάρτια ).

Ὅταν ἐκεῖνοι βγῆκαν καὶ ὕψωσαν ἀπειλητικὰ τὴ σημαία τοῦ πειρατῆ, τότε ὁ Κουν­τουριώτης ἔκανε τὸ σταυρό του, ἔβαλε ἀπάνω στὴ γέφυρα τὸν Τίμιο Σταυρὸ καὶ ἐξέπεμψε σῆμα· «Ἕλληνες ναῦτες, ὑπαξιωματικοὶ καὶ ἀξιωμα­τικοί, ἅ­παν­τα τὰ πληρώματα· ἡ πατρίδα περιμένει από εσάς νὰ κάνετε τὸ καθῆκον σας. Καὶ τὸ ἔ­καναν ὅλοι· μάντρωσαν στὰ Στενὰ τὸν Τουρκικὸ στόλο.

Τί κάνει λοιπόν μιὰ ψυχή!
Κ᾽ ἐμεῖς τώρα, ταπεινοὶ λειτουργοὶ τοῦ Ὑψίστου, ἀ­κοῦμε τὸ σῆμα τῆς Ὀρθοδοξίας ποὺ μπροστὰ στὸν κίνδυ­νο περιμένει ἀπὸ τὰ παιδιά της νὰ κάνουν τὸ χρέος τους ἀπέναντι στὴν ἁγιωτάτη πίστι μας. Ὄχι μόνο οἱ κληρικοὶ καὶ μοναχοί, ἀλλὰ καὶ κάθε Χριστιανὸς καὶ Χριστιανὴ ἂς δώσουμε τὸ παρών.
Ἂν ἀγαπᾶμε τὴν Ὀρθοδοξία, νὰ κάνουμε ἕνα, δύο, τρία πράγματα.

Πρῶτον. Πήγατε στὴν ἐκκλησία σήμερα, ἀκούσατε τὸ εὐαγγέλιο; Λοι­πὸν νὰ γίνουμε κ᾽ ἐμεῖς Φίλιπποι. Ὁ Ἀρχιμήδης, ὅταν ἔλυσε τὸ πρόβλη­­μά του, βγῆκε στοὺς δρόμους φωνάζοντας «Εὕρηκα εὕρηκα!». Τὸ ἴδιο ἀ­κούσαμε τὸ πρωί· ὁ Φίλιππος, ὅταν βρῆκε τὸ Χριστό, τὴν ὀρθὴ πίστι, φώνα­ξε στὸ Ναθαναήλ· «Εὑ­ρή­καμεν!» (Ἰω. 1,42,46). Τέτοια χαρὰ νὰ αἰσθάνεστε, ἀ­δελφοί μου, ὅτι βρήκαμε κ᾽ ἐμεῖς τὴν Ὀρ­θοδοξία. Εἶνε τὸ φῶς τὸ ἀληθινό.

Νὰ τό ᾽χουμε καμάρι ὅτι ἀνήκουμε στὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία καὶ νὰ λέμε μὲ θάρρος· Βρήκαμε τὴν πηγή, τὸ θησαυρό, τὴν Ἀλήθεια! Καὶ νὰ ὁ­μολογοῦμε· «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός· ἀμήν» (Φιλ. 2,11 & θ. Λειτ.). Ἁγίασε τὴ γλῶσσα σου μὲ τὴ φωνὴ τῆς πίστεως, τῶν αἰωνίων δο­γμάτων ποὺ πρεσβεύει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία.

Δεύτερον. Ἔχω μιὰ προαί­σθησι· δὲν θὰ τὸ δοῦν τὰ μάτια μου, τὸ πιστεύω ὅμως. Μιὰ μέρα τὰ παιδιὰ – τὰ ἐγγόνια σας θὰ γυρίσουν στὰ ἅγια μέρη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ θὰ ψάλουν τρισάγιο στὰ μνήματα τῶν ἡρώων στὸ Ἐσκῆ Σεχίρ, στὸ Ἀφιὸν-Καρὰ-χι(σ)σάρ, σὲ ὅλα τὰ μέρη ὅ­που οἱ πατέρες μας ἀγωνίστηκαν ἕνα τίμιο ἀ­γῶνα. Ἂς μᾶς πρόδωσαν οἱ σύμμα­χοι. Θὰ δῇ ὁ Θεὸς τὸ δίκαιο.

 Κουρά­γιο, ἀδέρφια μου, ἔχετε πίστι. Δὲν θὰ θριαμβεύσῃ ἡ ἡμισέληνος, θὰ θριαμβεύσῃ ὁ τίμιος σταυρός. Συντελοῦνται γεγονότα ἀποκαλυπτικά. Τί λέει λοιπὸν ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ εὐαγγε­λιστής, ποὺ κήρυξε στὴν Ἔφεσο; Ὅταν ἄ­κουγε αἱρετικό, τί ἔκανε· ἔ­φραζε τὰ αὐτιά του. Δὲν τὸ ἔ­κανε ὑποκριτικά. Ὅταν ἔμαθε ὅτι σ᾽ ἕνα δημό­σιο λουτρὸ ἦταν μέσα καὶ λουζόταν ὁ αἱρετι­κὸς Κήρινθος, εἶπε· «Πᾶ­με νὰ φύγουμε γρήγορα, μὴν πέ­σῃ τὸ κτήριο καὶ μᾶς πλακώσῃ».

Βλέπετε σεῖς σήμερα καν­ένα μοντέρνο κληρικὸ ἢ θεολόγο νὰ φράζῃ τ᾽ αὐτιά του καὶ νὰ φεύγῃ; Ἀγ­καλιάσματα βλέπουμε μὲ Φράγκους, Προτεστάντες , (Ευαγγελικούς, Πεντηκοστιανούς ) καὶ ἄλ­λους αἱρετικούς. Εἶνε νὰ φρίττῃς. Ὁ Ἰωάννης ὁ θεολόγος λέει, νὰ παύῃ κάθε πε­ριττὴ συ­ζήτησι μαζί τους καὶ στὸ ἑξῆς οὔτε καλημέρα (βλ. Τίτ. 3,10. Α΄Ἰω. 4,1. Β΄ Ἰω. 10). Κι ὁ στρατηγὸς Μακρυγιάννης μιὰ μέρα ἔδιωξε ἀπ᾽ τὸ σπίτι του ἕ­ναν ποὺ τόλμησε νὰ ἐκφραστῇ εἰρωνικὰ γιὰ τὴν Παναγία καὶ τὸν Τίμιο Σταυρό. Μακριά λοι­πὸν ἀπὸ αἱρετικοὺς καὶ ἀλλοθρήσκους. Εἶ­νε ἐντολὴ τῆς Ἐκκλησίας μας.

Καὶ τρίτον. Χρειάζεται ὀρθὴ πίστι, ἁγία ζωή, καὶ κάτι ἀκόμα. Στὶς ἡμέρες ποὺ ζοῦμε ἂς ζητήσουμε –ἐγὼ τὸ πιστεύω– στὴν Ὀρθοδοξία μας νὰ γίνουν καὶ θαύματα. Μακάρι ὁ κάθε Χριστιανὸς νὰ ὡριμάσῃ καὶ νὰ φτάσῃ ἡ προσευχή του νὰ κάνῃ θαύματα. Μακάρι νὰ μᾶς δώσῃ ὁ Θεὸς δυνατὴ πίστι. Πλῆθος θαύματα στὴ γῆ στὸν οὐρανὸ καὶ στὰ ἄστρα βεβαιώνουν τὴν πί­στι τῶν πατέρων μας. Γι᾽ αὐτὸ λέμε σήμερα· «Τίς Θεὸς μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἡ­μῶν; σὺ εἶ ὁ Θεὸς ὁ ποιῶν θαυμάσια μόνος» (Ψαλμ. 76,14). Αὐτὴ εἶνε ἡ πίστι μας.

Ἀδελφοί μου, τελείωσα. Τὸ ἱερὸ χρέος ὅλων μας εἶνε ν᾽ ἀγωνιστοῦμε μὲ τὸ «Ἐν τούτῳ νίκα». Ἔρχεται ποτάμι, κακὴ κατεβασιά. Ἡ Ἀποκάλυψις λέει, ὅτι ὁ δράκων θὰ θελήσῃ νὰ κάνῃ τὴν Ἐκκλησία «ποταμοφόρητον» (Ἀπ. 12,15) καὶ τότε ἐκείνη θὰ πετάξῃ στὴν ἔρημο. Ἐ­ὰν γίνῃ πειρασμός, διω­­γμός, ἐὰν θελήσῃ ὁ Θεὸς νὰ μᾶς κοσκινί­σῃ, πόσοι θὰ μείνουμε; Ἂς ἑνωθοῦμε νὰ κάνουμε φρά­γμα «μιᾷ ψυχῇ συναθλοῦντες τῇ πίστει τοῦ εὐαγγελίου» (Φιλ. 1,27).

Νὰ μὴν περά­σῃ τὸ κῦμα τοῦ διαβόλου· νὰ μείνῃ ἡ πατρίδα μας ὀρθόδοξη μέχρι τέλους σαλπίζοντας· «Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου Φωτός…» (τελ. Ἀναστ.). Εἴθε κ᾽ ἐμεῖς καὶ τὰ παιδιά μας καὶ τὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν μας νὰ ὁμολογοῦμε· «Αὕτη ἡ πίστις τῶν Αποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Αγίων Πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Ορ­θοδόξων, αὕτη ἡ πίστις τὴν οἰκουμένην ἐστήριξεν»· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Αντικαρναβαλικό περισκόπιο ! Τελευταίες προειδοποιήσεις…

 


Ἐκεῖ λέει, ὅτι μαζεύτηκαν κάπου οἱ μασόνοι καὶ συσκέφθηκαν μὲ ποιό τρόπο νὰ διαλύσουν τὰ χριστιανικὰ κράτη. Καὶ κατέληξαν• μὲ τὴ διαφθορά (τὴν εὐμάρεια, τὸ ἀλκοόλ, τὶς γκαγκστερικὲς ταινίες, τὰ θεάματα, τὰ ἔντυπα, τὴν ἀνηθικότητα…). Μία λοιπὸν μορφὴ τῆς διαφθορᾶς αὐτῆς – και άς μὴ γελάσῃ κανείς– εἶνε καὶ ὁ Καρνάβαλος.
 

Μπᾶ; ἀκοῦς ὁ ἱεροκήρυκας νὰ ἀσχολῆται τώρα μὲ τέτοια θέματα, νὰ κατεβαίνει τόσο χαμηλά… θὰ ποῦνε διάφοροι μοντερνίζοντες ποὺ θέλουν νὰ ἐκκοσμικεύσουν τὴν Ορθόδοξη ζωὴ τοῦ λαοῦ μας. Ἐγὼ ὅμως ἔκλεισα τ᾽ αὐτιά μου• ἀκούω ἄλλες φωνές, ἀκούω κάτι ἄλλα ἀηδόνια, καὶ δὲν μοῦ κάνουν ἐντύπωσι αὐτοὶ ποὺ θέλουν νὰ σταματήσω τὸ κήρυγμα αὐτό. Ποιός εἶσαι λοιπὸν ἐσύ, ὁ συνήγορος καὶ κράχτης τῶν καρναβαλικῶν ὀργίων; Για έλα ἐδῶ, ν᾽ ἀκούσω τί θέλεις νὰ μάς πῇς.

–Ὁ καρνάβαλος εἶνε ψυχαγωγία. Σπάει τὴν ἀνία, τὴ μελαγχολία, τὸ ἄγχος• κάνει τοὺς ἀνθρώπους νὰ γελᾶνε, νὰ ζοῦν εὐχάριστες ὧρες. Ἐπὶ πλέον μαζεύει κοσμάκη, ἔρχονται καὶ ξένοι τουρῖστες, ζωντανεύει ἡ ἀγορά, γίνεται κίνησι στὸ ἐμπόριο.

* * *
Ψυχαγωγία λές; Γιά ἄνοιξε τὸν προφήτη Ἠσαΐα καὶ διάβασε στὸ 5ο κεφάλαιο. Θά ᾽ρθουν μέρες καταραμένες, λέει, ποὺ οἱ ἄνθρωποι τὸ κακὸ θὰ τὸ λένε καλό, τὸ σκοτάδι θὰ τὸ λένε φῶς, τὸ πικρὸ θὰ τὸ λένε γλυκό (Ἠσ. 5,20). Τέτοιες ἡμέρες εἶνε τώρα. Εἴδατε; φωνάζει τώρα καὶ ὁ Απόστολος γιὰ τὴν «πορνεία» (Α΄ Κορ. 6,18). Τώρα τὴν πόρνη δὲν τὴ λένε πόρνη, τὴ λένε φίλη, φιλενάδα, ( σύντροφο )• καὶ τὸν πόρνο δὲν τὸν λένε πόρνο, τὸν λένε φίλο.

Ἔφτειαξε ὁ διάβολος δικό του λεξιλόγιο. Κ᾽ ἐσὺ λές, ὅτι ὁ καρνάβαλος εἶνε ψυχαγωγία; Θὰ σοῦ ἀπαντήσω λοιπὸν καὶ θὰ σοῦ ἀποδείξω ὅτι δὲν εἶνε ψυχαγωγία. Θὰ ζυγίσουμε τὸν καρνάβαλο ἐπάνω σὲ 3 ζύγια. Τὸ ἕνα εἶνε ἡ Καινὴ Διαθήκη. Τὸ ἄλλο εἶνε οἱ ἱεροὶ κανόνες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τὸ Πηδάλιο. Καὶ τὸ τρίτο εἶνε τὸ Σύνταγμα τῆς χώρας.

Προηγουμένως θέλω νὰ δώσω δύο ἐξηγήσεις. Πρῶτον, λέγοντας καρνάβαλο θὰ ἔχουμε ὑπ᾽ ὄψιν ἰδίως τὸν Καρνάβαλο τῶν Πατρῶν, ποὺ εἶνε τὸ πρότυπο τῶν ἄλλων καρναβάλων. Καὶ δεύτερον, λέγον¬τας καρνάβαλο ἐννοοῦμε τὸ σύνολο τῶν ὅσων λέγονται καὶ πράττονται τὴν περίοδο τῶν ἀπόκρεων. Συνεννοηθήκαμε; Ἐλᾶτε τώρα νὰ τὸν ζυγίσουμε. ● Μὲ τὴ φαντασία βλέπω τὸν καρνάβαλο σὰν ἕνα τέρας ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὴ μεῖξι τοῦ διαβόλου μὲ πολλὲς θυγατέρες τοῦ κόσμου τούτου. Τὸν θεωρῶ σὰν ἕνα βάρβαρο Γολιάθ, σὰν ἕνα Λυαῖο ποὺ καλοῦνται νὰ νικήσουν οἱ Νέστορες• «καὶ τὸν Λυαῖον νικήσεις καὶ ὑπὲρ Χριστοῦ μαρτυρήσεις». Ἐφ᾽ ὅσον λοιπὸν ὁ καρνάβαλος εἶνε τέρας, τὸ τέρας αὐτὸ ἔχει γλῶσσα – στόμα, ἔχει πρόσωπο, ἔχει φορεσιά, ἔχει στομάχι, ἔχει πόδια, ἔχει χέρια, καὶ πάνω στὸ κεφάλι ἔχει στέμμα. Μόνο στὴν καρδιά του δὲν μπαίνω, γιατὶ ἀκόμα δὲν ἔχω τὴν ἀκτινογράφησι τῆς καρδιᾶς του. • Ἡ γλῶσσα του. Τί λέει ἡ γλῶσσα τοῦ καρναβάλου, δηλαδὴ τῶν καρναβαλιστῶν; Τί λόγια βγάζει; μαργαριτάρια, διαμάντια; Βγάζει τὸ «Ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου…» (Λουκ. 15,21); τὸ «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μου τῷ ἁμαρτωλῷ» (ἔ.ἀ. 18,13); βγάζει τὸ «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (ἔ.ἀ. 23,42);

Μήπως αὐτὰ τὰ λόγια βγαίνουν ἀπὸ αὐτούς;  Κάθε ἄλλο• «τάφος ἀνεῳγμένος ὁ λάρυγξ αὐτῶν, ταῖς γλώσσαις αὐτῶν ἐδολιοῦσαν. κρίνον αὐτούς, ὁ Θεός» (Ψαλμ. 5,10-11). Προτιμότερο νὰ πᾷς στὸ νεκροταφεῖο, νὰ σηκώσῃς τὴν πλάκα ἑνὸς νεκροῦ ποὺ πέθανε πρὶν δυὸ μέρες – ἂν ἀντέξῃς τὴν κακοσμία, παρὰ ν᾽ ἀ¬κούσῃς τοὺς καρναβαλιστάς. Τί λένε; αἴσχη, βωμολοχίες, ἀνηθικότητες…, λόγια ποὺ θά ᾽φερναν ντροπὴ στὶς παρειὲς καὶ τοῦ αἰσχρολόγου Ἀριστοφάνη.

Αὐτὰ ἐπιτρέπονται; τί λέει ἡ Καινὴ Διαθήκη; Ὁ Κύριός μας λέει, ὅτι γιὰ κάθε λόγο ἀργόν, μάταιο, ποὺ θὰ ποῦν οἱ ἄνθρωποι, θὰ δώσουν «λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως» (Ματθ. 12,36). Καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει• «Πᾶς λόγος σαπρὸς (=σάπιος) ἐκ τοῦ στόματος ὑμῶν μὴ ἐκπορευέσθω» (Ἐφ. 4,29). «Ἀπόθεσθε, ἀδελφοί, διῶξτε μακριὰ ἀπὸ σᾶς, τὴν αἰσχρολογία• «καὶ αἰσχρότης καὶ μωρολογία ἢ εὐτραπελία, τὰ οὐκ ἀνήκοντα», ποὺ δὲν ἁρμόζουν στοὺς Χριστιανούς (Κολ. 3,8. Ἐφ. 5,4). Πάει τελείωσε, ἡ γλῶσ¬σα τοῦ καρναβάλου εἶνε κομμένη σύρριζα. Δὲν μπορεῖ νὰ στα¬θῇ ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ. • Πᾶμε τώρα στὸ πρόσωπο. Ἔχει πρόσωπο ὁ Καρνάβαλος; Δὲν ἔχει. Ἀλλὰ τί ἔχει• προσωπεῖα. Τὶς ἡμέρες αὐτὲς οἱ καρναβαλισταὶ παρουσιάζονται μὲ χίλιες δυὸ μουτσοῦνες, ὅ,τι φανταστῆτε• ὅλων τῶν ζῴων καὶ αὐτῶν τῶν δαιμόνων ἀκόμα• «ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς» (Ψαλμ. 48,13,21). Βλέπεις ἐκεῖ κυρίες τῆς ἀριστοκρατίας μὲ οὐρές, σὰν πιθήκους καὶ τράγους, νὰ περπατοῦν μὲ τὰ τέσσερα. Ἡ Γραφὴ λέει, ὅτι ὁ πρῶτος μασκαρᾶς ἦταν – ποιος; ὁ διάβολος. Ἂν παρουσιαζόταν στὴν Εὔα ὅπως εἶνε, ἡ Εὔα θά ᾽φευγε μακριά, γι᾽ αὐτὸ παρουσιάστηκε μὲ προσωπεῖο, μὲ τὴ μορφὴ τοῦ ὡραιοτέρου ζῴου. Ὁ ὄφις δὲν ἦταν ὅπως εἶνε σήμερα• ὁ ὄφις κατὰ τοὺς πατέρας ἦταν τὸ ὡραιότερο πουλὶ τοῦ παραδείσου, καὶ μὲ τὴ μορφὴ αὐτὴν ἐξαπάτησε τὴν Εὔα. Καὶ ἐν συνεχείᾳ «μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός» (Β΄Κορ. 11,14). ● Τί λένε, ἀγαπητοί μου, γι᾽ αὐτὰ οἱ ἱεροὶ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας; Ὁ 62ος κανόνας τῆς Ἕκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου λέει, ὅτι ἀπαγορεύεται οἱ χριστιανοὶ νὰ φοροῦν προσωπεῖα σατυρικά, ποὺ προκαλοῦν ἢ τὸ γέλιο ἢ τὴ φρίκη. • Ἀλλὰ γιά νὰ δοῦμε τὴ φορεσιά! τί φορεσιὰ ντύνεται ὁ καρνάβαλος; Σὲ ποιό γένος ἀνήκει;
Ἄ, δὲν ἔχει γένος, εἶνε ἑρμαφρόδιτος, ἀρσενικοθήλυκος. Διατάζει λοιπόν• Ἔλα ἐδῶ, γυναῖκα• ἐσὺ θὰ ντυθῇς ἀντρικά. Διατάζει καὶ τοὺς ἄντρες• Ἐσεῖς νὰ ντυθῆτε γυναικεῖα. Καὶ γίνονται ὅλα φύρδην – μείγδην, καὶ χάνεται – ἐξαφανίζεται τὸ γένος. Καὶ βλέπεις γυναῖκα ἀλλὰ ἀπὸ κάτω εἶνε ἄντρας• καὶ βλέπεις ἄντρα καὶ ἀπὸ κάτω εἶνε γυναίκα. Αὐτὰ ἐπιτρέπονται; τί λένε οἱ ἱεροὶ κανόνες; Ὁ ἴδιος κανόνας ποὺ εἶπα προηγουμένως, ἀλλὰ καὶ ἡ Παλαιὰ Διαθήκη ἤδη στὸ Δευτερονόμιο κεφάλαιο 22 λέει•
Νὰ μὴν τολμήσῃ ἄντρας νὰ φορέσῃ γυναικεῖα καὶ νὰ μὴν τολμήσῃ γυναίκα νὰ φορέσῃ ἀντρικά, γιατὶ ὅποιος τὸ κάνει αὐτὸ εἶνε «βδέλυγμα τῷ Θεῷ», βδελυκτὸς γιὰ τὸ Θεό• «ὅτι βδέλυγμα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σού ἐστι πᾶς ποιῶν ταῦτα» (Δευτ. 22,5). Ἀκοῦτε; Αὐτὰ λένε ἐδῶ τὰ βιβλία. • Ποῦ πᾶμε τώρα; Στὸ στομάχι. Τί ἔχει μέσα τὸ στομάχι τοῦ καρναβάλου; Νηστευτὴς εἶνε, χορταράκια ἔχει; Δὲν ἔχει χορταράκια. Τὸ στομάχι τοῦ καρναβάλου, τῶν καρναβαλιστῶν, εἶνε – τί• ἕνα τεπόζιτο, μιὰ πελωρία δεξαμενὴ γεμάτη ὄχι ἀπὸ νεράκι ἀλλὰ ἀπὸ ἀλκοόλ, τόννους ἀλκοόλ!…
Τό τί πίνουν τὶς ἡμέρες αὐτὲς οἱ Ορθόδοξοι χριστιανοὶ Ἕλληνες, εἶνε ἀπερίγραπτο. Μεθοῦν, τρικλίζουν, παραπατοῦν καὶ πέφτουν. Τοὺς εἶδα στὴν Πάτρα καὶ ἐλεεινολόγησα τὴν κατάστασι. Ἡ πατρίδα μας ἔρχεται μεταξὺ τῶν πρώτων ἀλκοολικῶν χωρῶν. Μπράβο σας, ὡραῖα! •


Μὰ ὁ καρνάβαλος ἔχει καὶ πόδια. Ἔχει πόδια; Καρνάβαλε, ποῦ πᾷς; Σὲ βλέπω ἕτοιμο• γιὰ ποῦ τραβᾷς; σὲ καμμιὰ κηδεία; σὲ κανένα νεκροταφεῖο; σὲ κανένα σπίτι χήρας καὶ ὀρφανοῦ; Ποῦ πάει; Πάει ὁλοταχῶς στὶς αἴθουσες τῶν χορών... Ἐκεῖ εἶνε τὸ βασίλειο, ὁ ναός, τὸ ἱερὸ τέμενός του. Ἐκεῖ μέσα χορεύουν οἱ μεταμφιεσμένοι.
–Καὶ εἶνε κακό αυτό; Δηλαδή, παπούλη, θὰ μᾶς κόψῃς τώρα καὶ τὸ χορό;…
Ἐμένα ῥωτᾶτε; τί ἀξία ἔχει ἡ δική μου γνώμη; ῾Ρωτῆστε τὸν βασιλέα τῶν ἱεροκηρύκων, τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸ Χρυσόστομο ( εφ΄όσον θέλετε να λέγεσθε και Χριστιανοί ).
Τί λέει λοιπὸν ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος; «Ἔνθα ὄρχησις, ἐκεῖ διάβολος (=ὅπου χορός, ἐκεῖ διάβολος)» (P.G. 58,491,493. ΕΠΕ τόμ. 10ος, ὁμιλ. ΜΗ΄ εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον). Σβῆσε τὸ Χρυσόστομο καὶ κατεβαίνω κι᾽ ἐγὼ κάτω. Ἐμένα ῥωτᾶτε; Ἕνας σπουδαῖος ψυχολόγος καὶ κοινωνιολόγος, τί εἶπε• ὅτι εἶνε τόσα τ᾽ ἁμαρτήματα ποὺ γίνονται μέσα στὶς πίστες, μέσα στούς χορούς, ποὺ ἐὰν γιὰ κάθε ἁμάρτημα ποὺ γίνεται ἐκεῖ ἔπεφτε κ᾽ ἕνα ἀστέρι, δὲν ξέρω πόσα ἀστέρια θὰ μένανε ἐπάνω στὸ στερέωμα. Μάλιστα, κύριε. Κι ἀκόμη τί ἄλλο βλέπω;

Βλέπω ἕνα πιάτο, πιάτο αἷμα γεμᾶτο, καὶ πάνω σ᾽ αὐτὸ ἕνα κεφάλι κομμένο. Τί ἔκανε; τίνος εἶνε; Εἶνε ἡ κεφαλὴ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Ποιός τὴν ἔκοψε; Ὁ χορός, ποὺ παρέσυρε τὴν καρδιὰ ἑνὸς ἐκφύλου βασιλέως. Ἡ Σαλώμη ἄρεσε στὸν ἀνήθικο καὶ ἔκφυλο ἐκεῖνο βασιλιᾶ (πρβλ. Ματθ. 14, 4-10). Μέσα στὸ χορὸ κόβονται καὶ πέφτουν κεφάλια τιμῆς καὶ ὑπολήψεως οἰκογενειῶν ὁλοκλήρων. Μὰ τί χοροὶ εἶνε αὐτοὶ ἐπὶ τέλους; Νὰ προχωρήσουμε παρακάτω. Ἔλα, καρνάβαλε, νὰ μᾶς πῇς, τί χοροὶ εἶνε αὐτοὶ ποὺ κάνεις τὶς ἀπόκριες; Μήπως εἶνε χοροὶ λεβεντιᾶς, ποὺ ἔκαναν πάνω στὰ ψηλὰ βουνὰ ἀρματολοὶ καὶ κλέφτες; Μακάρι νὰ ἦ-ταν τέτοιοι. Δὲν εἶνε οὔτε σὰν τὸ χορό, ποὺ ἐπὶ τέλους κρατοῦ¬σε σὲ μιὰ ἀπόστασι μ᾽ ἕνα μεταξωτὸ μαντήλι ( κι΄όχι χεράκια πιασμένα και γιατί όχι; Ότι προκύψει…). Πρόκειται γιὰ χο¬ρὸ ποὺ οὔτε τσιγαρόχαρτο δὲν χωρίζει σήμερα τὸν ἄντρα ἀπὸ τὴ γυναῖκα ποὺ ἀγκαλιάζει. Ἂν εἶστε τίμιοι ἄνθρωποι, ἂν μέσα σας ὑπάρχῃ ἀκόμα σπινθήρας, σὲ ῥωτῶ ἐσένα τὸν ἄντρα, ἐσένα τὴ γυναῖκα, ἐσένα τὸ νέο ποὺ ἔχεις μνηστή• Δὲ μοῦ λέτε, ἐὰν δῇς ἔξω στὸ δρόμο, στὴν πλατεῖα τὴ γυναῖκα σου ἢ τὴ μνηστή σου νὰ τὴν ἀγκαλιάζῃ ὁ ἄλλος ἔτσι, τί θὰ κάνῃς; Διαζύγιο θὰ πάρῃς, πιστόλι θὰ βγάλῃς. Πῶς λοιπὸν αὐτὸ ποὺ δὲν θέλεις νὰ γίνεται ἔξω, πῶς τὸ δέχεσαι, ἠλίθιε τῶν ἠλιθίων, νὰ γίνεται μέσα στὴν αἴθουσα τοῦ χοροῦ; • Ἄ, ξεχάσαμε ὅτι ὁ καρνάβαλος ἔχει καὶ στέμμα. Ὁ Θεὸς νὰ σᾶς φυλάῃ. Εἶνε πλέον διάβολος στεφανωμένος. Καὶ ποιό εἶνε τὸ στέμμα; Εἶνε μία λέξι ἄγνωστη ἐδῶ. Ἐὰν τὴν πῶ, μόνο ἂν εἶνε κανένας Πατρινὸς θὰ καταλάβῃ.
Εἶνε τὸ περιβόητο μπουρμπούλι. Τί εἶνε τὸ μπουρμπούλι;

Δὲν τό ᾽ξερα κ᾽ ἐγὼ ὁ ταλαίπωρος. Τὸ ἔμαθα. Τί ἤτανε; Ἄκου! Τὶς τελευταῖες ἡμέρες ντύνονται οἱ γυναῖκες καὶ οἱ ἄντρες, σκεπάζοντας ὁλόκληρο τὸ πρόσωπό τους μὲ κουκοῦλες κάτω ἀπὸ μιὰ ἐνδυμασία ποὺ φοροῦσαν κάποτε οἱ καπουτσῖνοι στὰ βορεινὰ μέρη. Δὲν μιλᾶνε καθόλου, ἀγκαλιάζονται, φιλιοῦνται, συναναστρέφονται ἀναμεταξύ των καὶ κατόπιν συνεχίζεται ἡ ἁμαρτία δεξιὰ καὶ ἀριστερά. Δὲν ξέρεις ποιός εἶνε ὁ ἄντρας καὶ δὲν ξέρεις ποιά εἶνε ἡ γυναίκα. Ἐπάνω στὸ «παιχνίδι» αὐτὸ ἔγιναν φρικιαστικὰ πρά¬γματα. Τ᾽ ἄκουσα ἀπὸ στόμα πνευματικοῦ πατρός, τὸν ὁποῖο ὑπολήπτεται ὅλη ἡ πατρίδα. Ἕνας, χορεύοντας μπουρμπούλι μὲ μιὰ ἄλλη γυναῖκα ἀποφάσισαν νὰ πᾶνε σὲ ξενοδοχεῖο, γιὰ νὰ ὁλοκληρώσουν τὴν ἁμαρτία. Πηγαίνοντας ἐκεῖ καὶ βγάζοντας τὰ ντόμινα τί νὰ δῇ; Ἦταν ἡ γυναίκα του!

Τὴν ἑπομένη ἡμέρα αἴτησι διαζυγίου. Ἕνα ἄλλο τραγικώτερο, φρικιαστικώτερο ποὺ ἀνατριχιάζεις. Παίρνοντας ἄλλος μιὰ γυναῖκα νὰ πάῃ νὰ χορέψῃ, ξεσκεπάζεται τὸ ντόμινο καὶ ἦταν ἀδέρφια. Ἔπαθε κλονισμὸ ψυχικὸ καὶ πῆγε στὸ φρενοκομεῖο. Εἶνε λοιπὸν ὡραῖα πράγματα αὐτά, τὰ ἐπιτρέπει τὸ Εὐαγγέλιο, τὰ ἐπιτρέπουν οἱ ἱεροὶ κανόνες; Καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ποιός, ἀγαπητέ μου, θὰ εἶνε ἐκεῖνος ποὺ θὰ τολμήσῃ νὰ πῇ, ὅτι ὁ καρνάβαλος εἶνε μία ἀθῴα ψυχαγωγία; Κάποτε λέγανε, ὅτι κάτω ἀπὸ μιὰ ἡλικία τὰ παιδιὰ εἶνε ἀθῷα, δὲν χρειάζονται ἐξομολόγησι. Τώρα; ὅπως τὸ παπί, μόλις γεννηθῇ, πέφτει μέσα στὸ νερό, ἔτσι τὰ παιδιὰ μόλις γεννηθοῦν, εἶνε μέσα στὴν ἁμαρτία. Ἂν καὶ ἔχω φόβο μήπως προσκρούσω σὲ παρθενικὰ αὐτιά, θὰ τολμήσω νὰ σᾶς μιλήσω ζωηρότερα. Ἀμφιβάλλεις ἀκόμα; Μὴ ῥωτᾷς ἐμένα, οὔτε τοὺς πνευματικοὺς πατέρας. Πήγαινε στὴν Πάτρα, νὰ ῥωτήσῃς κάτι φτωχιὲς γυναῖκες, καθαρίστριες ποὺ σκουπίζουν τὰ κέντρα αὐτὰ ὄπου γίνονται οἱ χοροί• –Πάτερ μου, μοῦ εἶπε μία ἀπὸ αὐτές, τὸ τί ἀντικείμενα μάζεψα τὸ πρωί, ὅταν πῆγα νὰ σκουπίσω τὰ χοροδιδασκαλεῖα, «αἰσχρόν ἐστι καὶ λέγειν» (πρβλ. Ἐφ. 5,12). Ἦταν μέσα στὴν Πάτρα ἕνας τίμιος διευθυντὴς βρεφοκομείου δεκαπέντε χρόνια. Καὶ μοῦ κάνει ἕνα γράμμα. ---Πάτερ μου, λέει, τί φωνάζεις; Νὰ σοῦ δώσω ἐγὼ στοιχεῖα, καὶ νὰ πῇς σ᾽ ὅλους αὐτοὺς τὸ ἑξῆς. Ἐννιὰ μῆνες μετὰ τὸν καρνάβαλο, τὰ ἔκθετα βρέφη, τὰ μούλικα – νόθα παιδάκια, νά!…νά!… πλῆθος• Δὲν ἔχουμε ποῦ νὰ τὰ βάλουμε… Κι᾽ ἔπειτα μοῦ λέτε ἐσεῖς ὅτι ὁ καρνάβαλος εἶνε ἀθῴα ψυχαγωγία; Ἐγὼ ἀπορῶ, ἀδέρφια μου. Δὲν θέλω νὰ μιλάω• ἂν ἦταν δυνατὸν νὰ πάω σὲ καμμιὰ σπηλιὰ στὸ Ἅγιο Ὄρος νὰ κλάψω τὶς ἁμαρτίες μου!… Ποιός ἀκούει; Ἀμφιβάλλω ἂν καὶ ἐδῶ ὑπάρχουν δέκα ζευγάρια αὐτιὰ ν᾽ ἀκούσουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Ὑπάρχει σήμερα εἰλικρινὴς ἀκροατής; Γι᾽ αὐτὸ μὲ συγκινεῖ ἐκεῖνο ποὺ ἀκοῦμε τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα• «Δόξα τῇ μακροθυμίᾳ σου, Κύριε…». Μεγαλοδύναμε, πῶς μᾶς ἀνέχεσαι; Πάντως, μολονότι ἁμαρτωλὸς καὶ ἀνάξιος νὰ φιλήσω τὰ πόδια σας, βάσει τῶν πατέρων καὶ τῶν προφητῶν προειδοποιῶ ὅλους καὶ ἂς γραφῇ. Ἐὰν στὴν Πάτρα συνεχιστῇ τὸ καρναβάλι, μιὰ νύχτα σεισμὸς θὰ καταστρέψῃ τὴν πόλι. Καὶ οἱ σεισμοὶ ποὺ ἔγιναν τὰ τελευταῖα χρόνια δὲν εἶνε τυχαῖα γεγονότα• «ὁ ἁπτόμενος τῶν ὀρέων καὶ καπνίζονται» (Ψαλμ. 103,32). Θὰ πληρώσουμε μὲ τόκο καὶ ἐπιτόκιο ὅλα τ᾽ ἁμαρτήματα τὰ ὁποῖα διαπράττουμε. (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

 Περὶ Καρναβάλου -- Β΄

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

«…Σᾶς ἔκανα ἀνάλυση τοῦ καρναβαλικοῦ ὀργίου ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς καὶ θρησκευτικῆς. Τώρα παίρνω μιὰ ἄλλη πλευρά. Ἀφήνω τὴ θρησκευτικὴ πλάστιγγα καὶ ζυγίζω τὸν καρνάβαλο μὲ ἄλλη πλάστιγγα, τὴν κοινωνική. Ὁ καρνάβαλος εἶνε ἀντικοινωνικός. Σκορπάει, θὰ πῇς, γέλιο καὶ χαρά; Τί μοῦ λές; Ἐρωτῶ• ποιά εἶνε ἡ πιὸ μεγάλη ἀνακάλυψι στὸν κόσμο; ὁ ἠλεκτρισμός; οἱ σπούτνικ; οἱ δορυφόροι; ἡ πυρηνικὴ ἐνέργεια; Δὲν μοῦ ᾽πες τίποτα. Τὸ σπουδαιότερο πρᾶγμα, ἀδέρφια μου, εἶνε ν᾽ ἀνακαλύψῃς, ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου ὑπάρχει δίπλα σου κ᾽ ἕνας ἄλλος ποὺ πρέπει νὰ τὸν ἀγαπᾷς, νὰ τὸν πονᾷς. Γλεντᾷς ἐσὺ καὶ διασκεδάζεις• ῥῖξε μιὰ ματιὰ γύρω σου νὰ δῇς τί γίνεται, πόσοι ἄποροι ὑπάρχουν.
Διαβάζω ὅτι βουλευτὴς τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως πῆγε σ᾽ ἕνα χωριὸ καὶ βρῆκε γυναῖκες μὲ μικρὰ ποὺ στέρεψαν τὰ στήθη τους, δὲν εἶχαν γάλα νὰ τὰ θηλάσουν γιατὶ δὲν εἶχαν τίποτα νὰ φᾶνε. Κ᾽ ἐσὺ σκορπᾷς χρήματα. Ποῦ τὰ σκορπᾷς; στὸν διάβολο;
Ἄκουσα Ἀθηναῖο νὰ καυχᾶται, ὅτι μέσα σὲ μιὰ νύχτα ὀργίου δαπάνησε στὴν Πάτρα 30 χιλιάδες, ἄλλον νὰ λέῃ ὅτι δαπάνησε 60 χιλιάδες, ἄλλους…, ἄλλους… Ἔμαθα ὅτι κ᾽ ἐδῶ κάποιος καπνέμπορος πρὸ δύο-τριῶν ἐτῶν ξώδεψε σὲ καρναβαλικὴ χοροεσπερίδα χίλιες λίρες. Πῆρα λοιπὸν τὸ μολύβι κι᾽ ἔκανα λογαριασμὸ τί χρήματα ξοδεύουν οἱ ἄνθρωποι μέσα στὶς λίγες αὐτὲς ἡμέρας τῆς ἀποκριᾶς γιὰ ταξίδια καὶ μετακινήσεις, γιὰ φαγητὸ καὶ πιοτὸ σὲ ἑστιατόρια καὶ ξενοδοχεῖα, γιὰ μεταμφιέσεις, γλέντια καὶ ὄργια. 

Θὰ μοῦ πῆτε τώρα • Δηλαδή επειδὴ ἐσὺ ἔγινες καλόγερος, θέλεις νὰ μᾶς κάνῃς κ᾽ ἐμᾶς καλογέρους; Κοπιάζουμε ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ, θέλουμε λίγη χαρά… 

Χαρὰ θέλετε; Νὰ σᾶς δώσω χαρά, νὰ πετᾶτε μὲ φτερὰ ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων. Λοιπόν, ἐὰν ἀποφάσιζαν, μόνο μιὰ φορά, νὰ σταματήσουν τὸ καρναβάλι καὶ ὅλα αὐτὰ ποὺ θὰ ξώδευαν νὰ τὰ δώσουν σὲ μιὰ ἐπιτροπή, σᾶς λέω ὅτι θά ᾽φτειαναν 50.000 δέματα μὲ ὅλα τ᾽ ἀγαθά (ἀλεύρι, ῥύζι, ζάχαρη, γάλα, σαπούνι…). Καὶ ὅταν θὰ πήγαιναν νὰ τὰ προσφέρουν στὴ φτωχολογιά, θὰ χτυποῦσαν καμπάνες• αὐτὴ θὰ ἦταν και ἡ πιὸ μεγάλη χαρά τους.
* * *
Ἀδελφοί, τώρα ἔφτασα στὸ ἄλλο κρίσιμο σημεῖο. Νὰ συνεχίσω παρακάτω; ἢ νὰ σταματήσω, νὰ πάω στὸ κελλί μου; Ὄχι, θὰ προχωρήσω. Θὰ σᾶς πῶ ὅλη τὴν ἀλήθεια. Σᾶς ζύγισα τὸν καρνάβαλο μὲ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ βγῆκε νὸκ ἄουτ• «μανή, θεκέλ, φάρες» (Δαν. 5,25). Σᾶς τὸν ζύγισα μὲ τὸ Πηδάλιο καὶ βγῆκε ἐκτός. Τώρα ἀ φήνω αὐτὰ καὶ θὰ σᾶς ζυγίσω τὸν καρνάβαλο μὲ τὸ Σύνταγμα. Ἕλληνας δὲν εἶσαι; δὲν κατοικεῖς σ᾽ αὐτὴ τὴν Ἑλλάδα; –Και τί δουλειὰ ἔχει ὁ καρνάβαλος μὲ τὸ Σύνταγμα; θὰ μοῦ πῆτε. Μὰ ἔχει. Ἀνοίγω τὸ Σύνταγμα τῶν Ἑλλήνων. Πῶς ἀρχίζει; ῾Ρῖγος σὲ πιάνει• «Εἰς τὸ ὄνομα τῆς Αγίας καὶ Ομοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος». Αὐτὴ εἶνε ἡ ῥίζα τοῦ ἔθνους. Ἡ ἁγία Τριάδα λοιπὸν εὐλογεῖ αὐτὰ τὰ ἔργα; Ὄχι δὲν στέκουν. Ἂν συνεχίσῃς ἔτσι, καλύτερα νὰ σβήσῃς τὴν ἐπικεφαλίδα αὐτὴ καὶ νὰ γράψῃς Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μαμωνᾶ, Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ καρναβάλου, Εἰς τὸ ὄνομα τῶν Ἄγγλων, Εἰς τὸ ὄνομα τῶν Ἀμερικάνων, Εἰς τὸ ὄνομα τῶν ῾Ρώσων. Δὲν σὲ θέλω ψεύτη. Ἢ νὰ τὸ σέβεσαι ἢ νὰ μὴν ὑπάρχῃ. Σβῆσ᾽ το. Νὰ μὴ μοιάζουμε δηλαδή σὰν κατάστημα ποὺ ἀπ᾽ ἔξω λέει Κατάστημα ἡ καθαριότης, καὶ μέσα εἶνε ὅλα ἀκάθαρτα. Ὅ,τι λέει ἀπ᾽ ἔξω, νά ᾽νε κι ἀπὸ μέσα. Σὰν ἐκεῖνο τὸ Σωκρατικό, νὰ ἔχουμε ὄχι μόνο «τὸ φαίνεσθαι» ἀλλὰ καὶ «τὸ εἶναι».
Συνεχίζω. Τὸ πρῶτο ἄρθρο τοῦ Συντάγματος γιὰ τί μιλάει; γιὰ χωράφια, γιὰ κτήματα; Ἔχει μεγαλεῖο, αἰθέρα! Ἐπικρατοῦσα θρησκεία στὸ γένος μας, λέει, εἶνε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία.

Οἱ νομικοὶ καταλαβαίνουν τί θὰ πῇ «ἐπικρατοῦσα». Δηλαδή, ὅτι τὸ Κράτος ὑποστηρίζει τοὺς θεσμοὺς καὶ τοὺς κανόνας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Καὶ παρακάτω στὸ ἄλλο ἄρθρο λέει, ὅτι οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας εἶνε ἰσοστάσιοι ἢ μᾶλλον, κατὰ τὴν ἑρμηνεία δοκίμων ἐπιστημόνων τοῦ κανονικοῦ δικαίου, ὅτι οἱ κανόνες εἶνε ἀνώτεροι τῶν νόμων, διότι εἶνε ἀποστάγματα τῆς ἠθικῆς τοῦ Εὐαγγελίου• δὲν τοὺς γέννησε ἡ γῆ, ἀλλὰ τοὺς θέσπισε ὁ οὐρανός. Ὕψιστοι νόμοι. Μάλιστα, κύριοι. Ἡ Πολιτεία τηρεῖ ἀπαρασάλευτα τοὺς ἱεροὺς κανόνας. Μὲ τὸν καρνάβαλο ὅμως ὁ διάβολος καταπατεῖ μὲ τὰ βρωμοπόδαρά του ὅλο τὸ Πηδάλιο. Δὲ μοῦ λέτε• ἐφ᾽ ὅσον ἔχουμε τέτοιο Ορθόδοξο κράτος, ἡ πολιτεία δὲν πρέπει νὰ εἶνε σύμφωνη μὲ τὴν Ἐκκλησία; Τὸ ὀρθόδοξο βασίλειο θὰ διακρίνεται μόνο ἀπὸ τὸ Πολυχρόνιο καὶ ὄχι ἀπὸ συνέπεια ζωῆς καὶ πράξεως; Εἶσαι πολιτεία Ορθόδοξη; Σύμφωνοι! ἔχεις συνέπεια;
Τριακόσιοι δὲν εἶνε οἱ βουλευτάδες, ὅλων τῶν χρωμάτων καὶ ἀποχρώσεων; Νὰ τοὺς πάρω λοιπόν, νὰ τοὺς βάλω σὲ ἀεροπλάνα καὶ νὰ τοὺς πάω ποῦ; Στὴ Βιέννη. Ἐκεῖ εἶνε ἕνα μουσεῖο. Νὰ τοὺς ὁδηγήσω μπροστὰ σὲ μιὰ μπρούντζινη πλάκα, καὶ νὰ τοὺς πῶ• Κύριε πρόεδρε τῆς βουλῆς, κύριοι ὑπουργοὶ καὶ κύριε πρωθυπουργὲ τῆς χώρας, ξέρετε γράμματα, λατινικὰ εἶνε. Διαβάστε• τί λέει αὐτὴ ἡ πλάκα; Λέει ὅτι τὸ 184 π.Χ. ἡ Σύγκλητος τῆς ῾Ρώμης, ἡ σημερινὴ Βουλή, συνεδρίασε ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, καὶ μερικοὶ ῥήτορες ἐξέθεσαν τί κατάστασι δημιουργοῦσαν στὴν πόλι τὰ καρναβάλια.

Τὰ ἐξέτασαν ἐκεῖνοι καὶ δὲν εἶχαν Εὐαγγέλιο, δὲν εἶχαν προφήτας• εἶχαν μόνο τὴν ἠθικὴ συναίσθησι• καὶ παμψηφεὶ ἀποφάσισαν• Καταδικάζουμε καὶ ἀπαγορεύουμε στὴ ῾Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία ὅλα τὰ καρναβαλικὰ ὄργια, γιατὶ προξενοῦν καταστροφὴ στὸ λαό. Ἐρωτῶ• συνεδρίασε καμμιὰ φορὰ ἔτσι ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων; Βρῆκα κάποιον βουλευτή, πνευματικό μου παιδὶ ποὺ τό ᾽χα σὲ κάποιο σχολειὸ στὴ Μακεδονία, καὶ τοῦ λέω•
–Γιατί δὲν φέρνεις τὸ θέμα αὐτὸ στὴ Βουλή; βγάζουν τόσους νόμους κάθε μέρα, νὰ βγάλουν κ᾽ ἕνα τέτοιο νόμο• Ἀπαγορεύονται τὰ καρναβάλια. Καὶ τί μοῦ λέει•
–Δὲν ξέρεις τί θὰ πῇ Βουλή• ἐὰν τολμήσω νὰ θέσω τέτοιο θέμα, ὅλη ἡ Βουλὴ θὰ γελάῃ.

Λοιπόν, ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικῆς ὁ καρνάβαλος δὲν στέκει. Ἐμβαθύνω περισσότερο ἐδῶ καὶ λέω, ὅτι ὑπάρχει καὶ κάποια ἄλλη πλευρά. Ποιά; Ὁ ἀνώτατος ἄρχων, ὁ πρωθυπουργός, οἱ ὑπουργοί, ὁ δήμαρχος, ὁ πρόεδρος, καθένας ποὺ ἀναλαμβάνει ὁποιοδήποτε ἀξίωμα, δὲν τὸ ἀσκεῖ ἐὰν προηγουμένως –κακῶς κατ᾽ ἐμέ– δὲν ὁρκισθῇ στὸ Εὐαγγέλιο καὶ πῇ ὅτι, Ὅσο θὰ ἀσκήσω τὴν ἐξουσία αὐτὴ θὰ φυλάττω τὸ Σύνταγμα• «Εἴη μοι ὁ Θεὸς βοηθός…», καὶ ὁ παπᾶς εὐλογεῖ.
Θυμᾶμαι τὸν μακαρίτη ἀρχιεπίσκοπο τὸν Σπυρίδωνα.
–Γέροντα, τοῦ ἔλεγα, βγάλε ἐγκύκλιο γιὰ τὸν καρνάβαλο.
–῾Ρὲ Αὐγουστῖνε, θὰ μᾶς γελάσουν.
–Βγάλε, εσύ γέροντα!
–Ὄχι. Πρὸς τιμὴν τοῦ ἀειμνήστου μητροπολίτου Ἀκαρνανίας Ἱεροθέου, αὐτὸς τόλμησε καὶ ἔβγαλε ἐγκύκλιο, ἡ ὁποία τοιχοκολλήθηκε στοὺς δρόμους τῶν Πατρῶν, καὶ ἔλεγε ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος καταδικάζει τὸ καρναβαλικὸ ὄργιο, γιατὶ δι᾽ αὐτοῦ πλήττονται τὰ θεμέλια τῆς χριστιανικῆς οἰκογενείας.

Ὅταν λοιπὸν ἔρχεται ἡ ἁγία Γραφή, οἱ ἱεροὶ κανόνες, ἡ Ἐκκλησία, τὸ Σύνταγμα καὶ ὁρίζουν ἔτσι, δὲν διστάζω νὰ πῶ ὅτι κάθε δήμαρχος, κάθε πρόεδρος, κάθε δημοτικὸ συμβούλιο, κάθε ὑπουργός, κάθε ἀξιωματοῦχος ποὺ ὑποστηρίζει καρναβαλικὰ ὄργια, εἶνε ἐπίορκος. Συμβαίνει ὅμως καὶ κάτι ἄλλο. Λένε, ὅτι τὸ κράτος μας εἶνε φτωχό, ἔχει λίγα λεφτά. Τὸ παραδέχομαι κ᾽ ἐγὼ πρὸς στιγμήν. Εἶνε διακονιάρης ἡ Ἑλλάδα• τὸ Ἰσραὴλ δανείζει, ἐμεῖς συνεχῶς δανειζόμαστε.

Πᾶνε λοιπὸν στὸν ὑπουργὸ τῶν Οἰκονομικῶν μὲ τὰ δεκανίκια οἱ τραυματίες, αὐτοὶ ποὺ φτειάσανε αὐτὴ τὴν πατρίδα, καὶ παρακαλοῦν• –Δὲν μᾶς φτάνουν τὰ χρήματα, δῶστε μας κάτι παραπάνω. Ἀπαντᾷ ὁ ὑπουργὸς μὲ τὸ ναργιλέ του•
–Γιόκ! Πᾶνε οἱ χῆρες οἱ μαυροφορεμένες, ποὺ τὰ κορμιὰ τῶν ἀντρῶν τους σάπισαν στὸ Γράμμο• –Δῶστε μας κάτι, τὰ παιδιά μας δὲν ἔχουν τετράδια... –Γιόκ! Πᾶνε οἱ φτωχοὶ δάσκαλοι μὲ τὰ τριμμένα παντελόνια, πᾶνε οἱ παπᾶδες –Γιόκ! Ἔ, πάει στὸ ὑπουργεῖο καὶ ὁ Καρνάβαλος. Συνοδεύεται ἀπὸ ἕνα πρῶτο ξάδερφο. Εἶχε καὶ ξάδερφο ὁ καρνάβαλος, δὲν ἦταν μοναχός• εἶνε καὶ μὲ ἐξάδερφο καὶ ἐξάδερφο ποὺ τὸν παίρνει ἀγκαζὲ καὶ τὸν πάει στὸ ὑπουργεῖο. Ποιός εἶνε ὁ ἐξάδερφός του; εἶνε ὁ πολὺς … Τὸν βάζουν μέσα. Μόλις τὸν βλέπουν!… Στὴ χήρα, στὸν τραυματία δὲν σηκώνονται, κάθονται. Μόλις μπῇ ὁ «καρνάβαλος», –Ὁρῖστε καθίστε, τί θέλετε; –Στενοχώρια ἔχω στὴν Πάτρα. –Καὶ τί θές; –Παραδάκι. –Θὰ σοῦ δώσω. Πόσα; –Διακόσες χιλιάδες. ―Μμ, λίγα εἶνε. –Τετρακόσες! –Λίγα εἶνε. –Ἑξακόσες! –Λίγα εἶνε. –Ὀχτακόσες, ἕνα ἑκατομμύριο!
Οἱ ἀχαρακτήριστοι. Λὲς καὶ τὸ χρῆμα τοῦ λαοῦ μας εἶνε γιὰ τέτοιες σπατάλες. Καὶ ποῦ; στὴν Πάτρα. Ποὺ ἂν πᾷς στὶς συνοικίες, ἐκεῖ πού ᾽νε ὁ πατὴρ Γερβάσιος, βλέπεις αὐτὰ ποὺ γράφουν συχνὰ οἱ ἐφημερίδες• Ὁ τάδε ἄρρωστος δὲν ἔχει φάρμακα, πενικιλῖνες… Σὲ τέτοιο φτωχὸ λαὸ εἶνε δημοσία πρόκλησις τὸ Κράτος, ποὺ ορκίστηκε πίστι στὸ Σύνταγμα καὶ στὴν ἁγία Τριάδα, ν᾽ ἀνοίγῃ τὰ ταμεῖα του καὶ νὰ σκορπάῃ τὰ χρήματα στὸ διάβολο. Ἀντισυνταγματικὸ εἶνε.

Ἄ, φτάσαμε τώρα καὶ στὸ «κουμπί». Ἐδῶ πλέον γράφω καὶ λέω κάτι, στὸ ὁποῖο θὰ ἐπιμείνω μέχρι τέλους. Τὸ Σύνταγμα ἔχει μιὰ ἀτέλεια. Ποιά; Ὅτι, ἐπὶ φλεγόντων θεμάτων ποὺ ἐνδιαφέρουν ὅλο τὸ λαό, δὲν μπορεῖτε, σεῖς κύριοι οἱ τριακόσοι, νὰ κλείνεστε στὸ κοινοβούλιο καὶ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ λαοῦ νὰ λαμβάνετε ἀποφάσεις. Ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν πρέπει ὁ λαὸς νὰ καλείται σὲ δημοψήφισμα, ὅπως γίνεται στὴν Ἑλβετία. Μακάρι νὰ γινόταν κ᾽ ἐδῶ αὐτὴ ἡ μεταρρύθμισι. Δὲν ἔχουμε ἐκλογὲς κάθε μέρα, ἀλλὰ εἶνε μερικὰ ζητήματα, σὰν αὐτὸ καὶ σὰν τὸ ζήτημα τῶν θεαμάτων, ποὺ χρειάζεται νὰ ἐρωτηθῇ ὁ λαός. Τὸ βρίσκετε μικρὸ ζήτημα αὐτό; Φωνάξαμε, βγήκαμε στοὺς δρόμους, στὰ πεζοδρόμια.

–Ἄκου παπᾶς, λέει ὁ ἀστυνόμος ποὺ μᾶς γράπωσε ἀπὸ τὸ ῥάσο, ἄκου παπᾶς καθυστερημένος ν᾽ ἀσχολῆται μὲ τοὺς κινηματογράφους! Ἂν ἴσχυε ὅμως ὁ θεσμὸς τοῦ δημοψηφίσματος, θὰ ἐτίθετο στὸ λαὸ τὸ ἐρώτημα• Θέλετε, γονεῖς ποὺ τρέμετε γιὰ τὰ παιδιά σας, θέλετε τέτοια θέατρα καὶ κινηματογράφους; Μὲ καταπληκτικὴ πλειοψηφία ὁ λαὸς θὰ ἔλεγε σ᾽ αὐτοὺς ποὺ ἐμπορεύονται τὸ θέαμα• Νὰ πᾶτε στὸ Χόλλυγουντ, καὶ ὄχι νὰ μεταβάλλετε τὰ παιδιὰ σὲ γκάγκστερ καὶ νὰ μοῦ χτίζετε πολυκατοικίες. Ἂν πάλι, σὺ ὁ λαός, ἐγκρίνῃς τέτοια θεάματα, τότε νὰ μὴν παραπονιέσαι ἂν αὔριο τὸ παιδὶ μ᾽ ἕνα ῥόπαλο σοῦ σπάσῃ τὸ κεφάλι. Ἂν λοιπὸν ὑπῆρχε αὐτὴ ἡ μεταρρύθμισι, τὸ ζήτημα τοῦ καρναβάλου ποὺ συγκλονίζει, θὰ λυνόταν ἀμέσως καὶ εἰρηνικά• οὔτε σουγιᾶδες, οὔτε ῥόπαλα, οὔτε καυγᾶδες. Δημοκρατία δὲν λέτε; Ἐρώτημα λοιπὸν κατὰ ἐνορία• Θέλεις, λαέ, καρνάβαλο; Ἐὰν θέλῃ, τότε μὲ γειά του μὲ χαρά του. Ἐγὼ ὅμως γνωρίζω τὸ λαὸ καὶ πιστεύω ὅτι, ὅταν ἀνοιχτοῦν οἱ κάλπες, ὁ καρνάβαλος θά ᾽νε θαμμένος δεκαπέντε ὀργιὲς κάτω ἀπὸ τὰ μαῦρα.

* * *
Θὰ νικήσουμε, ἀδελφοί μου, ὑπὸ τοὺς ἑξῆς 4 ὅρους. Πρῶτον• ἐὰν μᾶς ἀφήσουν ἐλεύθερους. Νὰ μᾶς ἀφήσουν ἐλεύθερους νὰ περιοδεύσουμε τὴν πατρίδα μας, νὰ κηρύξουμε ἀπὸ γειτονιὰ σὲ γειτονιά, ἀπὸ καλύβι σὲ καλύβι. Δὲν θέλω νὰ ζῶ, ἐὰν δὲν πέσω ἐπάνω στὸν ἀγῶνα αὐτό. Ἄ, βέβαια! Πρὸ τριῶν ἐτῶν (1957) πέρασαν ἀπὸ τὸν Ἰσθμὸ τῆς Κορίνθου 4.000 αὐτοκίνητα - λιμουζῖνες μὲ 20.000 χιλιάδες ἀνθρώπους. Ἕναν μόνο τὸν σταμάτησαν καὶ τὸν συνέλαβαν σὲ ἀπόστασι 25 χιλιομέτρων. Ἄλτ! στὴν κλούβα, καὶ κατ᾽ εὐθεῖαν στὸ κρατητήριο τῶν Πατρῶν! Ποιός ἦταν; Εγώ ο ὑποφαινόμενος. Ὅλες οἱ πόρνες καὶ οἱ παλλακίδες εἶχαν ἐλευθερία μέσα στὴν Πάτρα, ἕνας μόνο παπᾶς, ποὺ ὑπηρέτησε τὸ ἔθνος καὶ τὴν πατρίδα, μέσα στὴν κλούβα καὶ στὸ κρατητήριο. Γιατί; Ἤξεραν αὐτοί. Μοῦ γράφεις, ἐσὺ Ψαθᾶ δημοσιογράφε κ᾽ ἐσὺ Παλαιολόγε, ὅτι μᾶς νίκησε τὸ καθεστὼς αὐτό. Δὲν ἔχουμε οὔτε σουγιᾶ οὔτε βόμβες οὔτε πολυβόλο• τίποτα. Λευτεριὰ μόνο δῶστε μας! νὰ κηρύξουμε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ ἀπὸ συνοικία σὲ συνοικία. Καὶ θὰ δοῦμε ἂν μποροῦσε νὰ γίνῃ καρνάβαλος. Θὰ νικήσουμε λοιπὸν πρῶτον, ἐὰν οἱ κήρυκες ἦταν ἐλεύθεροι νὰ κηρύξουν τὴν ἀλήθεια πρὸς τὰ ἄνω καὶ πρὸς τὰ κάτω. Θὰ νικήσουμε, δεύτερον, ἐὰν ὅλοι οἱ θεολόγοι καὶ ἱεροκήρυκες ἀφήσουν τὸ «γάντι», τὴν ὑπερβολικὴ εὐγένεια καὶ τὰ μειδιάματα, καὶ καταπιαστοῦν μὲ τὰ φλέγοντα ζητήματα ἀκολουθώντας τὴ γραμμὴ ποὺ χάραξαν οἱ θεόπνευστοι πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Θὰ νικήσουμε, τρίτον.

–Θεέ μου, νὰ γίνῃ τὸ θαῦμα–, ἐὰν ὅλα τὰ χριστιανικὰ σωματεῖα ἑνωθοῦν• διαφορετικά, δὲν κάνουμε τίποτα. Ἑνότης• «Εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα» (Ἐφ. 4,5). Ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης παρακαλῶ ὅλους νὰ ὁμονοήσουμε• ἂν ὅμως εἴμαστε διῃρημένοι καὶ ἄλλα λένε ἀπὸ ἐδῶ, ἄλλα λένε παρακάτω, ὁ λαὸς ζαλίζεται. Θὰ νικήσουμε, τέταρτον, –βγάζω κ᾽ ἐγὼ τὸ καλυμμαύχι μου–, ἐὰν κάποιος, δὲν ξέρω ποιόν θ᾽ ἀναδείξῃ ὁ Θεός, πάρῃ τὸ κόσκινο τῶν ἁγίων πατέρων καὶ μέσα σ᾽ αὐτὸ βάλῃ ὅλους τοὺς ῥασοφόρους, τὰ ὀχτὼ χιλιάδες καλυμμαύχια, ἐγκόλπια, πατερίτσες, μίτρες, διάκους, παπᾶδες, καὶ ἀρχίσῃ νὰ μᾶς κοσκινίζῃ… Πονῶ, ἀδέρφια μου. Ἐὰν δὲν γίνῃ κόσκινο καὶ ἐξεταστῇ ἡ ζωὴ καὶ τοῦ ἱερομονάχου Αὐγουστίνου καὶ βγοῦμε ὅλοι μας μέσα ἀπὸ τὴν κρισάρα, ἐὰν δὲν καθαριστῇ ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ παπᾶδες καὶ δεσποτάδες πού ᾽νε δημόσιο σκάνδαλο, μὴν περιμένετε προκοπή. Θὰ καθαριστῇ πρῶτα ἡ Ἐκκλησία καὶ μετὰ θὰ καθαριστῇ ἡ κοινωνία. Λοιπόν, νὰ καθαριστοῦμε, καὶ ὅσοι μείνουν με ψηλὰ τὰ λάβαρα, νὰ δώσουν τὴ μάχη. Τότε θὰ νικήσουμε.

Θὰ νικήσουμε, ἀδέρφια. Δὲν εἴμαστε μειοψηφία, εἴμαστε πλειοψηφία. Καὶ ἕνας ἄλλωστε μαζὶ μὲ τὸ Θεὸ ἀποτελεῖ πλειοψηφία. Θὰ νικήσουμε ἀδέρφια. Δὲν εἴμαστε μειοψηφία, εἴμαστε πλειοψηφία. Καὶ ἕνας ἄλλωστε μαζὶ μὲ τὸ Θεὸ ἀποτελεῖ πλειοψηφία γιατὶ ἔχουμε τὴν ἀλήθεια καὶ τὸ φῶς. Θὰ νικήσουμε, γιατὶ ὑπάρχουν αὐτοὶ ποὺ προσεύχονται, ἐκκλησιάζονται, ἐξομολογοῦνται καὶ κοινωνοῦν, αὐτοὶ ποὺ δακρύζουν καὶ ἱερουργοῦν μπροστὰ στὸν Ἐσταυρωμένο.

Θὰ νικήσουμε, γιατὶ ὁ Θεὸς δὲν εἶνε Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων. Κλεῖστε τὰ μάτια σας, πετάξτε πάνω ἀπὸ τὸ βοῦρκο. Κοντά μας εἶνε γονεῖς ποὺ ἔφυγαν, πρόγονοι, ἥρωες, μάρτυρες, ὅσιοι• κοντά μας οἱ ἅγιοι Δημήτριος, Γεώργιος καὶ ἄλλοι, οἱ ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι, καὶ μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ καθενός μας ἀκούγεται ἡ φωνὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου• «Καὶ Λυαῖον νικήσεις καὶ ὑπὲρ Χριστοῦ μαρτυρήσεις». Ὑπάρχουν πιστοὶ ἕτοιμοι νὰ πέσουν στὴ φωτιὰ γιὰ νὰ νικήσουν τὸ Λυαῖο καὶ νὰ μαρτυρήσουν ὑπὲρ Χριστοῦ. Μὲ τὴν πίστι αὐτή, ὅτι ὑπάρχουν δυνάμεις μέσα στὸ λαό μας, κι ὅτι καθένας ἀπὸ μᾶς θέλει ν᾽ ἀγωνιστῇ κόντρα μὲ ὅλη τὴν κακία• μὲ τὴν πίστι αὐτὴ χαιρετίζω τὴν αὐγὴ μιᾶς νέας ἀνατολῆς. Ἐμεῖς φεύγουμε, νέα φρουρὰ ἔρχεται, γιὰ μία ἐπανάστασι ἀγάπης ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ! Καὶ τότε μέσα ἀπὸ τ᾽ ἀποκαΐδια θὰ βγῇ μιὰ νέα γενεά, τὴν ὁποία θὰ φρουροῦν ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι, καὶ θὰ βασιλεύῃ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὁ ἐσταυρωμένος• ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάν τας τοὺς αἰῶνας• ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
https://anastasiosk.blogspot.com/2026/02/blog-post_579.html#more  https://anastasiosk.blogspot.com/2014/06/blog-post_8816.html 

Ανώνυμος είπε... Ο Παναγιώτης Λόης υπήρξε ένας μαχητής της Ορθοδοξίας, με τεράστια μνήμη επί Εκκλησιαστικών θεμάτων και Νομοθετημάτων πού γνώριζε απ΄ έξω μέχρι και αριθμούς Νόμων και δικαστικών αποφάσεων. Υπήρξε μία ζωντανή κινητή βιβλιοθήκη. Σαν άνθρωπος, όπως όλοι μας άλλωστε, είχε κι΄αυτός τα λάθη του με πρώτο την προσωπολατρεία του για τον μακαριστό Πατέρα της Εκκλησίας μας, τον αείμνηστο Αυγουστίνο Καντιώτη, σε βαθμό πολλάκις ακραίο πού ούτε ο Καντιώτης πιστεύω δεν θα το ήθελε !

Κατά δεύτερο λόγο με τα ογκώδη και δύσχρηστα βιβλία πού έβγαλε, με πολλά στοιχεία βέβαια και με πολύ κόπο, κουράστηκε υπερβολικά και έβλαψε και την όρασή του. Έπεσε και σε χειρούργους «έμπορους των εθνών» πού τόν έφθασαν στο χειρότερο…Ήταν ανιδιοτελής, γνήσιος Χριστιανός, τίμιος άνθρωπος.

Δεν έβγαλε δεκάρα, ούτε τα έξοδά του από τα βιβλία όπως κάποιοι αδίκως τον κατηγόρησαν. Βρήκε ακόμη αρχεία για τον πατέρα Γερβάσιο Παρασκευόπουλο καταχωνιασμένα 40 χρόνια τώρα και τα έβγαλε σε κυκλοφορία να τα διαβάσει ο κόσμος, αφού αυτοί πού τα είχαν περίμεναν πρώτα να μουχλιάσουν και να τα φάνε οί κατσαρίδες και μετά ότι απέμενε να το έδιναν για δημοσίευση.Συνεπώς και εδώ καλά έκανε ! Άς είναι αιωνία η μνήμη του αδελφού Παναγιώτη Λόη και ο Χριστός για τον Οποίο αγωνίστηκε να τον έχει στα δεξιά Του !
Ατικός 29 Ιουνίου 2014 στις 11:12 μ.μ



Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

Το βαθύτερο νόημα της παραβολής του Ασώτου ! Χριστιανοί ξυπνάτε, για εμάς τα λέει ο Χριστός…


 ΑSOTOS1

Η επιστροφή τού Ασώτου...

ΤΟ ΤΕΣΤ ΤΗΣ ΚΑΛΟΣΥΝΗΣ (the goodness test)

( Μετάφραση από τα Ρωσικά: Ευγενία Τελιζένκο ).


https://youtu.be/wZgBdP0SQJY?si=d-NlDifFscZs9Wrj


Ψάχνοντας λοιπόν στα παλιά κιτάπια μου βρήκα και μία πολύ δυναμική και ενδιαφέρουσα  ομιλία,  ενός μαχητικού και αειμνήστου πατρός  πού έχει κάτι περισσότερο και διδακτικότερο να μας πεί, για το βαθύτερο νόημα της  παραβολής του Ασώτου. 

Αρκεί, αυτή η τελευταία του φωτογραφία της ειλικρινούς αλλαγής της ζωής μας να διατηρηθεί μέχρι και την έξοδό μας και το φευγιό μας απ΄ αυτό τον κόσμο, και να μη την μουτζουρώσουμε πάλι, με διάφορα παλαιά και νέα παραστρατήματα…

Μιάς ιστορίας ειπωμένης από τον Θεάνθρωπο Χριστό εδώ και  2.000 χρόνια, αλλά πάντοτε ζωντανής και φρέσκιας μια και ο άνθρωπος παραμένει  πάντοτε ο ίδιος σαν ψυχοσωματική οντότητα,( και μόνο η τεχνολογία και τα γύρω του δεδομένα αλλάζουν), και πού γι΄ αυτό  πιάνει και σήμερα όλους μας ( ή, σχεδόν όλους μας…)  

Αμαρτία ! Ένα άλλο είδος ανθρώπινης και πνευματικής  χρεωκοπίας…
                   

ΣHMΕPA, αγαπητοί μου Xριστιανοί, σήμερα είναι η εορτή μας.  

Σήμερα είναι η εορτή του Aσώτου·
κι’ επειδή όλοι είμεθα άσωτοι, γι’ αυτό λέω, ότι όλοι εορτάζουμε. Kαι είθε να εορτάζουμε. Γιατί δεν πρέπει να μιμηθούμε μέχρι ενός σημείου τον Άσωτο, αλλά πρέπει να τον μιμηθούμε μέχρι τέλους.
 

Ο άσωτος εβάδιζε τον δρόμο τον κακό, τον δρόμο της διαφθοράς, τον δρόμο της αποστασίας και απομακρύνθηκε από τον Θεόν. Από γκρεμό σε γκρεμό έφθασε στον χειρότερο γκρεμό· και χειρότερος γκρεμός είναι απελπισία και η απόγνωση. Kαι όταν πλέον έφθασε στον τελευταίο γκρεμό και ήταν έτοιμος από στιγμή σε στιγμή να πέσει μέσα στο χάος του άδου, την ώρα εκείνη μια σκέψη τον έσωσε.
 

Tι αξίζει στον κόσμο μια σκέψη! δεν δίδομε σημασία α’ αυτές. Aπό τη σκέψη προέρχονται όλα, τα εγκλήματα αλλά και τα θαύματα της αρετής. Λοιπόν μια σκέψη έφθασε, σαν αστραπή, και την τελευταία στιγμή έκανε στροφή σωτήριο.
 

Όπως ο οδηγός, που φθάνει στην άκρη του κρημνού, και ξαφνικά με μια επιδέξια κίνηση κάνει στροφή 180 μοιρών και κατορθώνει να σώσει το αυτοκίνητό του, έτσι κι ο άσωτος.  

Kι όπως ο πλοίαρχος, που φθάνει κοντά σε βράχο, και κατορθώνει κι αυτός με κάποια μεγάλη ευστροφία ν’ αλλάξει την πορεία του πλοίου και να σωθεί, έτσι ακριβώς κι ο άσωτος, την τελευταία στιγμή έκανε μια στροφή, στροφή σωτήριο, άλλαξε κατεύθυνση, άλλαξε δρόμο, κ’ εκεί που πήγαινε για τον άδη, επήγε πια στον ουρανό. 

Ω παραβολή, ω κορωνίς των παραβολών, ω θαύμα μέσα εις το ιερόν Ευαγγέλιον! 

Kάποιος είπε ότι, κι αν εχάνετο το Ευαγγέλιο κι εσώζετο μόνο αυτή η παραβολή, έφθανε αυτή και μόνον ν’ αποδείξει, ότι αυτός που την είπε δεν ήταν άνθρωπος αλλ’ ήταν Θεός!

Tο θέμα της παραβολής του Aσώτου είναι απέραντο. Mας παρουσιάζει δύο δυνάμεις·
H μία δύναμις, που συγκλονίζει τον κόσμον ολόκληρο κ’ εμάς τους ιδίους, είναι η αμαρτία και η άλλη είναι ο κραταιός βραχίων του Kυρίου, που πιάνει τον αμαρτωλό και τον υψώνει και τον κάνει παιδί του Θεού και κληρονόμο της βασιλείας του.
 

Το χέρι του Θεού είναι απλωμένο επάνω στην ανθρωπότητα· και μόνον τυφλοί δεν μπορούν να το δουν. Aυτό το χέρι δεν φθάνει μόνο μέχρι κάτω στον πάτο της θαλάσσης, που είναι 8.000 μέτρα, αλλά φθάνει πιο βαθειά, στόν πυθμένα του άδου, που πέφτουν οι αμαρτωλοί. 

Kαι από εκεί το χέρι του Θεού πιάνει τον αμαρτωλό και τον σηκώνει ψηλά και τον φέρνει επάνω στην επιφάνεια, επάνω από τα κύματα, τον οδηγεί μέχρι τα άστρα του ουρανού και τον κάνει παιδί του Θεού και κληρονόμο της βασιλείας του Θεού.
 

Tο θέμα λοιπόν είναι μεγάλο. Aπ’ όλη τη θαυμασία αυτή παραβολή ένα  σημείο μόνο θέλω να προσέξετε.

* * *

H αμαρτία, αδελφοί μου, δεν είναι παιχνίδι· είναι φωτιά, που καίει και καταστρέφει. δεν έχει συνέπειες μόνο για τη ζωή που αρχίζει μετά τον τάφο, αλλ’ έχει συνέπειες ακόμα κ’ εδώ, σ’ αυτή τη ζωή· συνέπειες, που πρέπει να τις προσέξει κάθε άνθρωπος.

H αμαρτία είναι και χρεωκοπία οικονομική. Διαλύει οικομονικά το άτομο, την οικογένεια και τα έθνη. Aυτό το σημείο μπορεί να το προσέξει και ο άθεος ακόμη. 

Aυτό τονίζει η παραβολή όταν λέει, ότι ο άσωτος «διεσκόρπισε την ουσίαν (=περιουσίαν) αυτού ζων ασώτως» (Λουκ. 15,13).

-H αμαρτία είναι καί μιά οικονομική χρεωκοπία.  

 Aπόδειξη πρώτα – πρώτα είναι ο άσωτος. Tι ήταν πρώτα; Φτωχαδάκι; Όχι. Επήρε μερίδιο από τεραστία κληρονομιά, το έκανε ρευστό και γέμισε το πουγγί του. Kαι τι τα έκανε, πού τα ξώδεψε; 

Tο λέει το Ευαγγέλιο· έμπλεξε με κακές παρέες. Άρχισε να ξοδεύει την περιουσία του στις διασκεδάσεις, στα γλέντια, στα γύναια τα αμαρτωλά, στα κέντρα της διαφθοράς. Ξώδευε χίλιες και δεν εισέπραττε ούτε μία. Tο τέλος ποιό ήτο; Ήρθε στιγμή, που κατήντησε ψωμοζήτης.  

Zήτησε θέση χοιροβοσκού και έκλεβε τα χαρούπια. Βλέπουμε εδώ, ότι η αμαρτία είναι χρεωκοπία οικονομική. O άσωτος χρεωκόπησε μέσα στην αμαρτία. 

Aκριβώς το ίδιο συμβαίνει και σήμερα, αδελφοί μου. Πιστό αντίγραφο του ασώτου είναι οι σημερινοί πλούσιοι. Nαι. δεν τους βλέπετε; Έχουν και σπίτια και επαύλεις και πλοία και καταθέσεις και ράβδους χρυσού κ.λπ.. Kι αυτά τι τα κάνουν; 

Είδατε κανένα από αυτούς να κτίζει σχολειό, εκκλησία, να προικίζει άπορα κορίτσια, να βοηθάει τους φτωχούς, να σκορπάει τα χρήματά του σαν βροχή;  

Aν σκορπούσαν τ’ αγαθά τους οι πλούσιοι, θα δρόσιζαν την κατάξηρη γη. Aυτοί όμως τι τα κάνουν; 

O ένας εφοπλιστής έκτισε μια φωλιά από τα καλύτερα μάρμαρα σ’ ένα  βουνό της Βαυαρίας κ’ εκεί ανεβαίνει με ελικόπτερο για ν’ απολαμβάνει τα κάλλη της φύσεως.  

O άλλος έχει επίπλωση πολυτελείας που κοστίζει αμύθητα ποσά. Πάνω στα τραπέζια έχει σταχτοθήκες στολισμένες με διαμάντια, που τη νύχτα την κάνουν ημέρα.  

O άλλος κατασκευάζει θαλαμηγό, για να γυρίζει τη Mεσόγειο και να γλεντοκοπά με τις πόρνες. 

Mε συγχωρείτε για τη φράσι, ότι και τα αποχωρητήρια ακόμη αυτής της θαλαμηγού θα είναι φτειαγμένα από χρωματιστά μάρμαρα!
Όλοι αυτοί οι σημερινοί πλούσιοι «ζουν ασώτως»(ε.α.). Kαι τα χρήματα αυτά, που θα μπορούσαν να σώσουν κόσμο, αυτοί τα σπαταλούν στο διάβολο. «Διεσκόρπισαν την περιουσία τους ζώντες ασώτως». 

- Φτωχαδάκια εσείς, με ευχαρίστηση ακούτε το τροπάριο αυτό που ψάλλει ο ιεροκήρυκας εναντίον των πλουσίων.  

Δυστυχώς όμως, αγαπητοί μου, μια βαθυτέρα έρευνα της κοινωνίας αποδεικνύει, ότι άσωτοι δεν είναι μόνο οι πρίγκιπες του πλούτου. Πρέπει να πούμε την αλήθεια, ότι  άσωτοι είναι ακόμη και οι εργάτες. Mάλιστα.

Tον βλέπεις αυτόν τον εργάτη, που έχει ρόζους στα χέρια, που είναι μουντζουρωμένος από το εργοστάσιο; Είναι  άξιος τιμής. Aλλά τι κάνει; 

Tο Σάββατο πληρώνεται, παίρνει τα χρήματά του τα ιερά που στάζουν ιδρώτα. Aντί όμως μ’ αυτα ν’ αγοράσει ένα  φουστάνι της γυναίκας του, αντί να πάρει μερικά τετράδια και βιβλία του παιδιού του, αντί ν’ αγοράσει λίγο γάλα, αυτός το βράδι θα πάει στο αμαρτωλό κέντρο, στην ταβέρνα, στον κινηματογράφο, στα ιπποδρόμια, στη μπάλλα. 

Tώρα τελευταία ο διάβολος βρήκε ένα  μηχάνημα, που ξαφρίζει τα πορτοφόλια μικρών και μεγάλων και ιδίως των εργατικών τάξεων, κι αυτό το μηχάνημα είναι τα τυχερά 

παιχνίδια, τα χαρτιά, τα λαχεία, το προ-πό και τα άλλα παρόμοια παιχνίδια.

Ώστε δεν ζουν άσωτα μόνο οι πλούσιοι· ζουν άσωτα και φτωχοί εργάτες. δεν είναι μόνο η αδικία, δεν είναι μόνο η φτώχεια· είναι και η ασωτία. Δώσε στον ένα  εργάτη 100 και 200 και 300 χιλιάδες δραχμές. Aν είναι άσωτος, δεν θα μείνει μια δραχμή. Ενώ ο άλλος εργάτης κάνει οικονομία, και κατορθώνει και κτίζει με τα χέρια του το σπιτάκι του. 

-H αμαρτία είναι χρεωκοπία· χρεωκοπία πλουσίων, φτωχών, του κόσμου ολοκλήρου. Θέλετε παράδειγμα; Πάρτε τα Κράτη. 

Aνοίξτε τον προϋπολογισμό, για να δείτε τι κάνει η αμαρτία. Aστρονομικά ποσά. Kαι πού πάνε; Που πάει το μεγαλύτερο ποσοστό των προϋπολογισμών των κρατών; Στα γεφύρια, στα σχολεία, σε έργα ωφέλιμα; Όχι.  

Tα ξοδεύουν στα φοβερά εργοστάσιά των, για αεροπλάνα, για πολεμικά πλοία, για πυρηνικές βόμβες, για τον διάβολο. Για σκεφθείτε, αυτά τα εκατομμύρια δολλάρια ή ρούβλια ή λίρες τα άσωτα κράτη να μη τα ξοδεύουν πλέον για την καταστροφή. Nα σβήσουμε τη λέξη «πόλεμος» από το λεξικό. 

Για φαντασθείτε,  αυτά να ξοδεύωνται για την ειρήνη! Ω, τι ευτυχία! Kαι τα βράχια θα τινάξουν ρόδα, και η Σαχάρα θα γινόταν μπαξές. Ω Ευαγγέλιο, αν σ’ εφήρμοζαν οι άσωτοι άνθρωποι!
«…Kαι εκεί διεσκόρπισεν η ανθρωπότης την ουσίαν αυτής ζώσα ασώτως».
 

Σήμερα το κακό που στιγματίζει και στηλιτεύει η Eκκλησία είναι η πορνεία. Tο λέει ο απόστολος, το λέει και το ευαγγέλιο (βλ. Λουκ. 15,30). Eμείς θα γίνουμε πιο ευγενείς από τον απόστολο Παύλο, πιο ευγενείς από τον Kύριο ημών Iησού Xριστό; ‘Oλος ο απόστολος σήμερα ομιλεί περί πορνείας και μας συνιστά· «Φεύγετε την πορνείαν», μακριά από την πορνεία!

(A΄ Kορ. 6,18).

Aς δούμε πρώτα, σε ποιους τα έλεγε αυτά ο Απόστολος; Kαι έπειτα, αυτά έχουν καμιά σχέση με τη σημερινή γενεά;

* * *

Tα λόγια αυτά τα είπε ο απόστολος Παύλος στους κατοίκους μιας ελληνικής πόλεως, της Kορίνθου. Aλλά η τότε Kόρινθος δε’ μοιάζει καθόλου με τη σημερινή. Tότε ήταν μία από τις μεγαλύτερες και πλουσιότερες πόλεις του κόσμου, με 300.000 κατοίκους. Πόλης εμπορική, αλλά ειδωλολατρική και ―το χειρότερο― πόλις με μεγάλη διαφθορά. Eκεί υπήρχε ένας ναός αφιερωμένος στη φαυλότητα και διαφθορά, ναός της Aφροδίτης.  

Eκεί ζούσανε 1.000 πόρνες, που αρμέγανε όλο τον ελληνισμό και είχαν μαζέψει όλο το χρυσάφι της Eλλάδος. Tην πορνεία, δηλαδή, εκεί την είχαν όπως πίνεις ένα  ποτήρι νερό. Kαι όχι μόνο αθώα τη θεωρούσαν, αλλά την είχανε και ως θεϊκή λατρεία. Tέτοια διαφθορά!

Mέσα λοιπόν στην πόλη εκείνη των 300.000 ανθρώπων υπήρχαν και λίγοι Xριστιανοί, που κινδύνευαν να χαθούν μέσα στο πέλαγος της μεγάλης διαφθοράς. 

Γι’ αυτό λοιπόν ο απόστολος Παύλος τους λέει· «Φεύγετε την πορνείαν». 

H πορνεία, δηλαδή, δεν είναι κάτι αστείο· δεν είναι ένα  παιχνίδι που μπορείς να παίζεις με τα κορμιά τών ανθρώπων· τα παιδιά καμιά φορά παίζουν με κάτι αντικείμενα που κατόπιν αποδεικνύεται ότι ήταν εκρηκτικά. Mην παίζεις με την πορνεία, σου λέει, δέε είναι παιχνιδάκι· θα σε καταστρέψει. 

H πορνεία μολύνει και διαφθείρει το σώμα. Tο σώμα είναι ένα  άγαλμα, ένα αριστούργημα ανώτερο από τον Παρθενώνα. Tι είναι το μάτι, το αυτί, η καρδιά, το πνευμόνι;… Για να το σκεφτείς. πως περπατάει ο άνθρωπος; Πως βλέπει; πως ακούει; πως αναπνέει;… 

Tο κορμί σου βγήκε από το εργαστήριο της αγίας Tριάδος. Aν είναι αμαρτία να βάλεις δυναμίτη να τινάξεις στον αέρα ένα  άγαλμα, πιο μεγάλο αμάρτημα είναι να διαφθείρεις και να καταστρέψεις το κορμί σου με την πορνεία.

Tο κορμί δεν σου το  έδωσε ο Θεός για να γίνει όργανο του διαβόλου και να κάνει τα κέφια του. Tο κορμί σου είναι μια κιθάρα. Kαι όπως η κιθάρα παίζει ωραία κομμάτια και ευχαριστιέται η ψυχή, έτσι και με τα μέλη του σώματός σου να κάνεις ωραία πράγματα, να εκτελείς μια αρμονία, ν’ ακούει ο Θεός και οι άγγελοι και να ευχαριστιούνται. 

Tο κορμί σου είναι μια λαμπάδα. Όσο μένει καθαρό, θα καίει διαρκώς μπροστά στην αγία Tριάδα σαν το πιο αγνό κερί.

Tο κορμί σου, ακόμη περισσότερο, λέει ο απόστολος Παύλος, είναι ένας ναός. Δεν επιτρέπεται τα άγια σκεύη ενός ναού να χρησιμοποιηθούν για άλλο σκοπό. Θ’ ανεχόσουν εσύ λόγου χάριν να πάρει κάποιος από την εκκλησία την ιερά κολυμβήθρα και να την κάνει μια κοινή λεκάνη για να πλένει τα πόδια του; 

Ή θ’ ανεχόσουν ν’ ακούσεις, ότι κάποιος πήρε από την αγία τράπεζα το άγιο δισκοπότηρο και το έκανε κρασοπότηρο; Φρίττεις και μόνο που τ’ ακούς. Kαι όμως το κορμί σου είναι κάτι ανώτερο. Kολυμβήθρα είναι, δισκοπότηρο είνε. πως δεν φρίττεις να το κάνεις, με την πορνεία, σκεύος αμαρτίας, αγγείο του διαβόλου;

Yπάρχει όμως και κάτι άλλο σοβαρότερο. Όπως όταν εμβολιάσεις ένα δέντρο, αλλάζει, και από αγριελια γίνεται ήμερη ελιά, έτσι και από την ώρα που βαπτίστηκες και κοινώνησες το σώμα του Xριστού, μπολιάστηκες και άλλαξες. Δεν είναι πια το κορμί σου, Xριστιανέ μου, κορμί της γης. Για να το σκεφτείς – αν πιστεύεις βέβαια. Σου λέει λοιπόν ο απόστολος Παύλος, ότι μπολιάστηκες. Ήσουν μια αγριελιά, και έγινες ήμερη ελιά. 

Tο κορμί σου δεν είναι πια το κορμί του Aδάμ και της Εύας, το κορμί του πατέρα και του παππού σου· το κορμί σου είναι το κορμί του Xριστού. Αν λοιπόν κάνεις τώρα την αμαρτία της πορνείας, ξέρεις τι κάνεις; 

Παίρνεις το κορμί του Xριστού, που το σεβάστηκαν και οι Εβραίοι ακόμα, και το ρίχνεις μέσ’ στο βόρβορο. Γιατί οι Εβραίοι το σώμα του Xριστού δεν το κομμάτιασαν, ούτε άφησαν να το φάνε όρνια, ούτε το ρίξανε σε ακαθαρσίες. Tο σώμα του Xριστού ετάφη με σινδόνα καθαρά και τιμη σε καινό μνημείο. 

Εσύ λοιπόν, ο λεγόμενος Ορθόδοξος Xριστιανός, τι κάνεις; 

Tην ώρα που πορνεύεις, το κορμάκι σου, που είναι του Θεού το αριστούργημα, άγαλμα έμψυχο, το θαύμα της δημιουργίας, κιθάρα, λαμπάδα, ναός του αγίου Πνεύματος, αυτό που ενώθηκε με το σώμα του Xριστού, το παίρνεις και το ρίχνεις μέσ’ στο βόρβορο. Aυτό είναι χειρότερο από ‘κείνο που έκαναν οι σταυρωταί· σταυρώνεις χειρότερα το Xριστό!

* * *

«Φεύγετε την πορνείαν», λέει ο απόστολος. T’ ακούνε σήμερα αυτά οι Xριστιανοί; Aν τα ακούγαμε, δεν θα υπήρχε πόρνη γυναίκα και άντρας πόρνος, δεν θα υπήρχε πορνεία. Tώρα τι γίνεται; Mάλλον πρέπει να σταματήσω. Δεν ξέρω αν με νιώθετε, αν πονάτε.  

Δεν συμφωνώ με εκείνους που λένε ότι «όλα πάνε καλά». Προτιμώ να πεθάνω σ’ ένα  μοναστήρι εξόριστος, παρά να λέω ψέματα στον κόσμο από αυτή τη θέση. Λοιπόν, σήμερα δεν πάμε καλά. 

Άλλοτε υπήρξαν εποχές ευλογημένες. Διαβάστε. Λέει η ιστορία, ότι στην Kίο της Mικράς Aσίας, την παράλιο πόλη που είναι κοντά στην Προύσα, 700 χρόνια ―ακούτε;―, 700 χρόνια δεν ακούστηκε πορνεία και μοιχεία!

Tώρα; Tώρα γέμισε ο τόπος από πορνεία. σε κάθε δρόμο και σοκάκι. Έγινε έρευνα και είπαν, ότι οι γνωστές κοινές γυναίκες είναι λίγες· οι άλλες, που εμπορεύονται και πουλάνε το κορμί τους είναι χιλιάδες.

Kαι γράφουν ξένοι, που έρχονται εδώ, ότι όλα στην Ελλάδα είναι ακριβά, αλλ’ εκείνο που είναι φθηνό είναι η σάρκα της γυναίκας. Kαι αν αυτό συμβαίνει τον άλλο καιρό, τις ημέρες του Tριωδίου αυξάνει.  

Tώρα, που η Εκκλησία μας καλεί να μετανοήσουμε σαν τον Άσωτο, εμείς αντιθέτως, με μάσκες, μεταμφιέσεις, πάρτυ και χορούς, πέφτουμε σαν τα ακάθαρτα ζώα στην φοβερά αυτή αμαρτία.

Tα αποτελέσματα; Εμένα ρωτάτε; Σάπισαν τα νιάτα μας! Έννοια σου, κόσμε, που δεν ακούς τον Παύλο και την Εκκλησία, θα τα πληρώσεις τα «γραμμάτια» αυτά με τόκο και επιτόκιο.

Άντε τώρα, εσύ πατέρα, να παντρέψεις το κορίτσι σου. Πού να το δώσεις; Προτιμότερο να το ρίξεις σ’ ένα  λάκκο με ασβέστη, παρά να το δώσεις σε ένα σάπιο – έκφυλο νέο. 

Aντε τώρα εσύ νέε, που σε κορόιδεψαν οι κινηματογράφοι και τα θέατρα και σου είπαν ότι η ζωή είναι απόλαυσης και ηδονή, άντε να φτειάσεις οικογένεια. Θα γεννήσεις.  

Mα τα παιδιά σου δεν θα είναι πλέον εκείνοι οι λεβέντες, οι εύζωνοι, αλλά θα είναι κάτι κακιασμένα, κάτι ελεεινά, κάτι φοβερά πλάσματα, που ούτε με τα γάλατα ούτε με τα κοτόπουλα ούτε με τα άλλα θα μπορούν ν’ αποκτήσουν ρωμαλεότητα. 

Πού είναι εκείνα τα παιδιά, που βγαίνανε από μάνες λεβεντογένες, που ήταν καθαρές σαν το κρύσταλλο; Kαι έτσι βγήκανε εκείνα τα παιδιά, που ύψωσαν την Ελλάδα μας και την έφτασαν μέχρι Σόφια και Άγκυρα. 

Από τους σημερινούς έκφυλους και διεφθαρμένους νέους θα βγει μια νέα γενεά· με παιδιά κακιασμένα, τυφλά, κουτσά, ανάπηρα, βλακώδη. Αχ παιδί μου, θα τα βλέπεις και θα καίγεσαι.
Σάπισε η φυλή μας. Kαι τι θα γίνει;

Φοβάμαι μήπως έρθει καμιά καταστροφή πιο μεγάλη από τα Σόδομα και Γόμορρα, μήπως πέσει πάλι φωτιά. Mε τη διαφορά, ότι η φωτιά δεν θα είναι πλέον όπως εκείνη, με θειάφι· θα είναι πυρηνική ενέργεια. «Πόρνους και μοιχούς κρινεί ο Θεός» (Εβρ. 13,4). 

Θα καούμε!  

Έρχεται το τέλος του κόσμου αυτού, που έφυγε από το Θεό. Όπως το άλογο σπάει το χαλινάρι, έτσι κ’ εμείς. Xαλινάρι μας είναι το Ευαγγέλιο, οι εντολές του Θεού. Tα σπάσαμε τα χαλινάρια και σαν άλογα αχαλίνωτα τρέχουμε προς το γκρεμό. 

Ω Kύριε, ω Xριστέ! Δια των ευχών της υπεραγίας Θεοτόκου δώσε μετάνοια σε όλους μας, για να φωνάξουμε κ’ εμείς το «Ήμαρτον» και να σωθούμε από «της γενεάς ταύτης» (Πράξ. 2,40). Aμήν.

* * *

Iδού, αγαπητοί μου, ότι η αμαρτία έχει συνέπειες και σ’ αυτή τη ζωή. «Tα οψώνια της αμαρτίας θάνατος» (Pωμ. 6,23). Nαί. 

Όλο το χρόνο είναι ημέρες ασωτίας. Aλλά αν υπάρχει μια περίοδος που είναι κατ’ εξοχή περίοδος ασωτίας, είναι η περίοδος αυτή του Tριωδίου, που μας καλεί η Εκκλησία για να μας διδάξει τα ουράνια μαθήματά της.  

Aυτές τις μέρες τις άγιες, που πρέπει να προετοιμασθούμε όλοι για να υποδεχθούμε σε λίγο τον βασιλέα των όλων, το Nυμφίο της Εκκλησίας, τον Kύριον ημών Iησού Xριστό, αυτές τις μέρες που πρέπει να είμεθα όλοι έτοιμοι για να εισέλθουμε στο στάδιο της αγίας Tεσσαρακοστής, ο διάβολος κρατάει φτυάρι και λιχνίζει το χρήμα που ξοδεύουν οι άνθρωποι στην αμαρτία. Aπόκριες ίσον γλέντι, χοροί και διασκεδάσεις, παιχνίδια και ασωτία.

Aλλ’ όχι, αδελφοί μου. Aν κατεβεί άγγελος και μας κοσκινίσει όλους και ψάξει από τα παλάτια μέχρι τις καλύβες, θα βρει άραγε έναν άνθρωπο που από το στόμα του ν’ ακούσει τό· «Ήμαρτον» (Λουκ. 15,21) του ασώτου; 

«Ήμαρτον» ! Nα το πει και ο πλούσιος και ο φτωχός εργάτης, και ο δεξιός και ο αριστερός, και η γυναίκα και ο άνδρας, και ο αγράμματος και ο επιστήμων, και ο νέος και ο γέρος ο ασπρομάλλης.  

Aν πούμε το «Ήμαρτον», φτερά αγγέλων θα μας σηκώσουν ψηλά, μέχρι τον ουρανό. Διότι «χαρά γίνεται ενώπιον των αγγέλων του Θεού επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι» (Λουκ. 15, 10). 

Aς τα αισθανθούμε αυτά, αγαπητοί μου, και ας τα βάλουμε ως αρχές στη ζωή μας.  Aς σταματήσουμε την αμαρτία.    

Aς πούμε Άλτ στον διάβολο. Aρκετά, διάβολε.   

Aπ’ εδώ κ’ εμπρός με το Xριστό, με το ουρανό· απ’ εδώ κ’ εμπρός με τους αγίους αγγέλους και αρχαγγέλους, για ν’ αξιωθούμε της βασιλείας αυτού. Γένοιτο. 

† επίσκοπος Aυγουστίνος

http://www.augoustinos-kantiotis.gr/?p=3205